TOΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1918 ΣΤH ΒΟΥΔΑΠΕΣΤΗ, το 5ο Διεθνές Ψυχαναλυτικό Συνέδριο οργανώνει ειδικό αφιέρωμα στις νευρώσεις του πολέμου. Ομιλητές ο Σάντορ Φερέντσι, ο Καρλ Άμπραχαμ και ο Έρνστ Ζίμμελ, οι οποίοι υπηρέτησαν ως γιατροί στον πόλεμο από την αρχή του και έκαναν καίριες παρατηρήσεις. Οι επισημάνσεις τους σχετικά με τα ψυχικά τραύματα ώθησαν τον Φρόυντ να γράψει την εισαγωγή στα πρακτικά του συμποσίου· μάλιστα αισθάνθηκε την ανάγκη να επανέλθει στα σοβαρά αυτά θέματα στο Πέρα από την αρχή της ευχαρίστησης. Το βιβλίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ιστορικούς που μελετούν το ζήτημα του πολέμου και την έξοδο από αυτόν, αλλά και για τους ψυχιάτρους, τους ψυχαναλυτές, τους ψυχολόγους, τους κοινωνικούς λειτουργούς και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, που υποδέχονται, ακούν, συντρέχουν και φροντίζουν σήμερα τους στρατιώτες και τους άμαχους πληθυσμούς οι οποίοι έρχονται αντιμέτωποι με νέες κάθε φορά μορφές πολεμικής βίας.
Εξαιτίας της διάρκειάς του, της εξέλιξης της τακτικής και των στρατηγικών, όπως επίσης και της βίας της οποίας υπήρξε το θέατρο, ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος πέρασε σε ένα νέο επίπεδο. Στο πεδίο μάχης, η ένταση του πυρός, συνδεδεμένη με τη μαζική χρήση των πολυβόλων και του πυροβολικού, είχε ως αποτέλεσμα μία νέα μορφή σωματικών βλαβών, στην όραση και στην όσφρηση. Η χρήση, σε περίπτωση ανάγκης, των αιχμηρών όπλων κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών συμπλήρωσε μια εικόνα υπέρμετρης βίας. Επισημαίνουμε όμως ότι οι μαχητές στο μέτωπο δεν υπήρξαν οι μόνοι που επλήγησαν σοβαρά από τη βία. Οι αιχμάλωτοι πολέμου υπήρξαν επίσης θύματα βίας, όπως και οι πολίτες, εκτεταμένα και συστηματικά, πολύ περισσότερο από όσο πιστεύουμε, τόσο κατά τις περιόδους επιδρομών και απόσυρσης των στρατιωτών όσο και εξαιτίας των εξόδων από τις πόλεις και τα χωριά, του άγχους που συνδέεται με την ανασφάλεια της μοίρας αγαπημένων προσώπων που είχαν επιστρατευτεί ή που χάθηκαν στο μέτωπο, με το πένθος, τους βομβαρδισμούς και τα μπλόκα, τη στρατιωτική κατοχή, ακόμα και τις απελάσεις και τις σφαγές.
Οι ψυχικές διαταραχές που απορρέουν από το πεδίο της μάχης υπήρξαν αντικείμενο πολλών περιγραφών, ήδη από την αρχαιότητα. Πράγματι, η εξάντληση, η βαρβαρότητα των συγκρούσεων, ο έντονος φόβος, ακόμα και ο απόλυτος τρόμος, η προοπτική του θανάτου η ενός τραυματισμού, η ιδέα του να πρέπει να σκοτώσει κανείς αποτελούν πηγή συγκινησιακών κλονισμών και καταστάσεων ψυχικής εξάντλησης, σε βαθμό που ενδέχεται να εμποδίσουν προσωρινά η οριστικά τους πολεμιστές να συνεχίσουν την αποστολή τους.
Το ζήτημα είναι εξαιρετικά επίκαιρο, η πρόκληση υπερβαίνει τα μεμονωμένα περιστατικά και αφορά ολόκληρες κοινωνίες, οι οποίες πλήττονται τις περισσότερες φορές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως αποδεικνύεται από τα κείμενα του τόμου, μία τέτοιου είδους πρόκληση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο από έναν συγκεκριμένο κλάδο. Αντίθετα, συνδυαστικές έρευνες, με τη συμβολή των στρατιωτικών, των ανθρωπολόγων και κοινωνιολόγων, καθώς και των γιατρών, των ψυχιάτρων, των ψυχολόγων και των ψυχαναλυτών, θα μπορέσουν ίσως να συμβάλουν ώστε ν’ απομακρύνουν τα φαντάσματα του πολέμου.
- Από την εισαγωγή του GUILLAUME PIKETTY
« Όπως είπα προηγουμένως, στα περισσότερα περιστατικά, τα πόδια
είναι αυτά που τρέμουν, ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις –όπως μπορείτε να
διαπιστώσετε– η παραμικρή κινητική προσπάθεια συνοδεύεται με τρόμο ολόκληρου
του μυϊκού συστήματος. Το περπάτημα αυτών που τρέμουν είναι το πιο εντυπωσιακό·
σου δίνει την εντύπωση σπαστικής παράλυσης· εντούτοις, οι διάφοροι συνδυασμοί
τρόμου, δυσκαμψίας και αδυναμίας προκαλούν κάποια εξαιρετικά ιδιόμορφα είδη
βαδίσματος, τα οποία μόνο ο κινηματογράφος θα μπορούσε να αναπαραστήσει. Οι
περισσότεροι ασθενείς διηγούνται ότι αρρώστησαν μετά από έκρηξη οβίδας που εξερράγη
πολύ κοντά τους· ελάχιστοι από αυτούς εξηγούν ότι η αρρώστια τους οφείλεται σ’
ένα έντονο και βίαιο κρυολόγημα (βουτιά σε παγωμένο νερό, ορθοστασία στο
ύπαιθρο με βρεγμένα ρούχα)· οι υπόλοιποι επικαλούνται διάφορα ατυχήματα, η ότι
αρρώστησαν από την υπερβολική προσπάθεια που είχαν καταβάλει στο πεδίο μάχης.
Τα θύματα από έκρηξη οβίδας μιλούν για ένα «κύμα» που τους ισοπέδωσε, άλλοι
σκεπάστηκαν εν μέρει κάτω από το χώμα που σηκώθηκε από την ανατίναξη. […]
» Γνωρίζουμε ότι ο φυσιολογικός οργανισμός διαθέτει επίσης
παρόμοια εργαλεία προστασίας. Τα συμπτώματα του φόβου, της αδυναμίας σε
κινητικό επίπεδο, του τρόμου, της σπασμωδικής ομιλίας, μοιάζουν με χρήσιμους
αυτοματισμούς και θυμίζουν ζώα που προσποιούνται ότι είναι νεκρά σε περίπτωση
κινδύνου ».
Τις τελευταίες εβδομάδες, όταν ο Άντον ονειρεύεται, ονειρεύεται τα
παλιά όπως δεν ήταν ποτέ. Εναλλακτικές εκδοχές της νεότητάς του: τα ίδια
πρόσωπα, αλλά εντελώς φανταστικά γεγονότα. Κοιμάται με τα κορίτσια που ποτέ δεν
μπορούσε να έχει, σώζει φίλους που δεν είναι πια στη ζωή του, γιορτάζει τις
επιτυχίες που δεν είχε ποτέ. Θαλασσόξυλα ξεβρασμένα από την εποχή όπου όλα
ακόμη φάνταζαν εφικτά.
Ο Άντον κάθεται σε ένα παγκάκι και περιμένει. Μπορεί η Ντενίζ να
ψήνεται να πιεί ένα ποτηράκι μαζί του, μπορεί και όχι. Αξίζει πάντως την
προσπάθεια. Δεν έχει βγει ποτέ του ραντεβού με ταμία σούπερ μάρκετ. Κι όμως,
όταν ήταν παιδί έκανε παρέα με εργατόπαιδα, αφού κι ο ίδιος εργατόπαιδο ήταν.
Αλλά το απολυτήριό του με καλό βαθμό και οι σπουδές Νομικής που άρχισε τον
απομάκρυναν βίαια από την ίδια του την κοινωνική τάξη και – και τί ; Τον
ανέβασαν σε άλλο κοινωνικό επίπεδο ; Τον οδήγησαν σε αχαλίνωτη άνοδο ; Όχι, τον
παράτησαν στο περίπου, δεν πάτησε στην πραγματικότητα πουθενά. Ο Άντον είναι αταξικός,
πράγμα που φυσικά δεν ισχύει, πάντοτε όμως έτσι ένιωθε, ένας μπάσταρδος ανάμεσα
στις τάξεις, σε αριστοκρατικές παρέες εξίσου άνετα αλλά και χαμένος όπως και
στο εργατικό μπαρ. Πάντως την Ντενίζ τη βρίσκει ευχάριστη και, ναι, σέξυ. Αυτό
το γατίσιο, το σκληρό, το απόμακρο που έχει τον ερεθίζει. Θα μπορούσε να
φανταστεί να περάσει μερικές όμορφες ώρες μαζί της. Ή και κάτι παραπάνω. Το
μόνο που θα έπρεπε να αγνοήσει θα ήταν το πήρσινγκ.
Η Ντενίζ δεν τα βγάζει ακριβώς πέρα με τη ζωή της. Δουλεύει σε ένα
μεγάλο σούπερ μάρκετ, η κόρη της η Λίντα συχνά την κουράζει · χρόνια τώρα θέλει
να πάει στη Νέα Υόρκη, η επιθυμία της αυτή όμως δεν είναι παρά ένα όνειρο –
έστω και παρήγορο. Με τα λεφτά που βγάζει από τα γυρίσματα μιας ταινίας πορνό,
θέλει επιτέλους να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα, η αμοιβή της όμως
καθυστερεί.
Ο Άντον, ένας αποτυχημένος και καταχρεωμένος πρώην φοιτητής της
Νομικής που κοιμάται σε ξενώνα αστέγων, εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στο
ταμείο της Ντενίζ. Οι δυο τους πλησιάζονται πολύ προσεκτικά. Η Ντενίζ,
οργισμένη αλλά περήφανη, παλεύει να βρει το δίκιο της και μια καλύτερη τύχη για
την κόρη της, κι ο Άντον αντιστέκεται στη χρεοκοπία, συναντώντας φτασμένους
φίλους απ’ το παρελθόν και ανοιγοκλείνοντας μια χαραμάδα ελπίδας. Μεταξύ τους
αναπτύσσεται ένας έρωτας τρυφερός και σχεδόν αδύνατος. Και οι δύο προσπαθούν να
ανοιχτούν, όμως όταν η Ντενίζ παίρνει επιτέλους τα λεφτά της και η δίκη του
Άντον για τα χρέη του πλησιάζει, βρίσκονται αντιμέτωποι με το ερώτημα πόση
εγγύτητα χωράει τελικά στη ζωή τους…
Ο Τόμας Μέλλε γράφει για έναν έρωτα στο περιθώριο της κοινωνίας, για την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλη της την ευαισθησία και την άγρια ομορφιά– ένα τρυφερό και έντονο μυθιστόρημα για δυο ανθρώπους και για το ερώτημα τί αξία έχουν τρεις χιλιάδες ευρώ.
«Άλλα κείμενα ακκίζονται κουνώντας κόκκινα πανιά, τούτο δω όμως
μυρίζει πραγματικό κίνδυνο. Αν το μαχαιρώσεις, θα ματώσει. Άλλοι συγγραφείς
είναι αθλητικοί, τούτος δω όμως έχει δύναμη».
–ROBIN DETJE
«Ένας ζογκλέρ των φράσεων σε ένα εργαστήριο λέξεων. Βιρτουόζος από
κάθε άποψη».
–BJORN HAYER , εφημ. Die
Welt
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ο ΤΟΜΑΣ ΜΕΛΛΕ γεννήθηκε
το 1975 στη Βόννη. Σπούδασε συγκριτική λογοτεχνία και φιλοσοφία στο Τύμπινγκεν,
το Ώστιν του Τέξας και το Βερολίνο. Έχει γράψει πολυάριθμα θεατρικά έργα, που
έχουν παρασταθεί πολλές φορές, και έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, το
μυθιστόρημα του WilliamT. VollmannWhoresforGloria. Για τη συλλογή διηγημάτων Raumforderung(2007) πήρε
το Βραβείο Ενίσχυσης (Forderpreis) του
Λογοτεχνικού Βραβείου της Πόλης της Βρέμης (BremerLiteraturpreis). Το πρώτο του μυθιστόρημα, Sickster(2011), ήταν
υποψήφιο για το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου (DeutscherBuchpreis) και
διακρίθηκε με το Βραβείο Φράντς Χέσσελ (Franz-Hessel-Preis). Το παρόν βιβλίο έφτασε στη βραχεία
λίστα για το Γερμανικό Βραβείο Βιβλίου, όπως και το επόμενο έργο του, το
μυθιστόρημα DieWeltimRucken(2016), όπου
ο συγγραφέας μιλάει για τη διπολική διαταραχή του. Ο Τόμας Μέλλε ζει στο
Βερολίνο.
Είμαστε
σχεδόν οι ίδιοι άντρες, δικαστά μου. Και χρειάζεται να επιμείνω σ’ αυτή τη
λεπτομέρεια. Από πλευράς μου, δεν έμπαινα συχνά στον κόπο να ενδιαφερθώ για τη
δίκη μου. Μήπως έχει να κάνει με το γεγονός ότι όλη αυτή η παρωδία ελάχιστη
σχέση είχε με την πραγματικότητα ; […] Λοιπόν,
δικαστά μου, νομίζω ότι μόλις βρήκα την ακριβή λέξη άθελά μου. Η σύζυγός μου η
Αρμάντ είναι αξιοπρεπής. Είναι η αξιοπρέπεια προσωποποιημένη. Και τώρα,
προσπαθήστε να φανταστείτε επί δέκα συνεχή χρόνια το καθημερινό τετ-α-τετ με
την Αξιοπρέπεια, προσπαθήστε να δείτε στο κρεβάτι τον εαυτό σας με την
Αξιοπρέπεια. […] Στην ουσία, για πάρα πολλά
χρόνια, είχα ζήσει χωρίς να το αντιλαμβάνομαι. Είχα κάνει με μεγάλη
σχολαστικότητα, όσο καλύτερα μπορούσα, όλα όσα μου είχαν πει να κάνω. Χωρίς να
ψάχνω το λόγο. Χωρίς να αναζητώ να καταλάβω. […] Ξαφνικά παρατήρησα ότι ήταν η πρώτη φορά που
βρισκόμουν έτσι, βράδυ, σε ταξί με μια άγνωστη. Έβλεπα αμυδρά την γκριζωπή σκιά
τού προσώπου της, την κόκκινη καύτρα του τσιγάρου, τα γόνατα και την αρχή της
γάμπας μέσα από τις ανοιχτόχρωμες μεταξωτές κάλτσες. Οσφραινόμουν τη μυρωδιά
του καπνού της, των ρούχων της, των βρεγμένων μαλλιών της. Αν υπήρξε κάποια
αναστάτωση –και είναι όντως πολύ αβέβαιο– συνέβη εξαιτίας της μυρωδιάς των
βρεγμένων μαλλιών. […] Ίσως είναι η πρώτη γυναίκα που αγάπησα. […] Ξέσπασα, δικαστά μου. Όχι μόνο εναντίον της Αρμάντ.
Εναντίον όλων σας, εναντίον της ζωής έτσι όπως την αντιλαμβάνεστε, εναντίον της
ιδέας που έχετε για την ένωση δύο ανθρώπων και τους παροξυσμούς στους οποίους
μπορούν να φτάσουν.
Ένας
επαρχιακός γιατρός, που ζει μια συμβατική οικογενειακή ζωή, προβαίνει, μετά την
καταδίκη του, σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στον δικαστή του, χωρίς την
αναζήτηση κανενός οίκτου. Γράφει για ό,τι τον οδήγησε στον φόνο, για ένα εκτός
ορίων και ελέγχου πάθος ερωτικό. Ένα από τα γνωστότερα μυθιστορήματα του Σιμενόν, με τη συγκλονιστική ανατομία
ενός φόνου.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο Ζωρζ Σιμενόν, Βέλγος γαλλόφωνος
συγγραφέας, γεννήθηκε στη Λιέγη το 1903. Αποφάσισε από νωρίς να αφοσιωθεί στη
συγγραφή. Στα δεκαέξι του χρόνια έγινε δημοσιογράφος στη LaGazettedeLiège. Το πρώτο μυθιστόρημά του, που το υπέγραψε με το
ψευδώνυμο GeorgesSim, εκδόθηκε το
1921: AupontdesArches, petitehistoireliégeoise. Το 1922 εγκαταστάθηκε με τη ζωγράφο σύζυγό
του στο Παρίσι, όπου έγραψε ιστορίες και μυθιστορήματα σε συνέχειες, κάθε λογοτεχνικού
είδους. Μεταξύ του 1923 και του 1933 δημοσιεύτηκαν σχεδόν διακόσια
μυθιστορήματά του, πάνω από χίλιες ιστορίες και απειράριθμα άρθρα του. Το 1929
ο Σιμενόν σχεδιάζει τον πρώτο Μαιγκρέ : Πιέτρ
ο Λετονός. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στις εκδόσεις Fayard το 1931 και ο
επιθεωρητής Μαιγκρέ έγινε σύντομα εξαιρετικά δημοφιλής. Ο Σιμενόν έγραψε συνολικά εβδομηνταδύο
περιπέτειες με τον Μαιγκρέ (καθώς και πολλές συλλογές διηγημάτων – μέχρι τον
τελευταίο Μαιγκρέ το 1972, Ο Μαιγκρέ και
ο κύριος Σαρλ). Λίγο αργότερα, ο Σιμενόν άρχισε να γράφει αυτά που ονόμαζε
« μυθιστορήματα-μυθιστορήματα » ή « σκληρά μυθιστορήματα »: πάνω από εκατόν
δέκα τίτλους, από το Ξενοδοχείο της
Αλσατίας (1931) μέχρι τους Αθώους
(1972), με πιο γνωστά τα έργα Το σπίτι
στο κανάλι (1933), Ο άνθρωπος που
έβλεπε τα τρένα να περνούν (1938 – Άγρα, 2004), Ο δήμαρχος της Φυρν (1939), Οι
άγνωστοι μέσα στο σπίτι (1940 – Άγρα, 2011), Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν (1946 – Άγρα, 2007), Γράμμα στον δικαστή μου (1947), Το χιόνι ήταν βρόμικο (1948 – Άγρα, 2011),
Ο ανθρωπάκος από το Αρχαγγέλσκ (1956
– Άγρα, 2009), Η φυγή του κυρίου Μοντ
(1945 – Άγρα, 2012), Ο θάνατος της Μπελλ
(1952 – Άγρα, 2012), Ο Γάτος (1967 –
Άγρα, 2010), Σεληνιασμός (1933 –
Άγρα, 2013), Στριπτήζ (1958 – Άγρα, 2015), Ο άνθρωπος από το Λονδίνο (1933 – Άγρα, 2014), Μπέττυ (1961 – Άγρα, 2016), Οι δαίμονες του πιλοποιού (1949 –
Άγρα, 2019) κ.ά. Παράλληλα με αυτή την εντατική λογοτεχνική δραστηριότητα,
ταξιδεύει συνεχώς· εγκαταλείπει το Παρίσι και εγκαθίσταται στη Σαρέντ και κατόπιν,
κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, στη Βαντέ. Το 1945 αφήνει την Ευρώπη για την
Αμερική, όπου θα διαμείνει δέκα χρόνια. Επιστρέφει έπειτα στη Γαλλία και
εγκαθίσταται οριστικά στην Ελβετία. Από το 1972 αποφασίζει να σταματήσει το
γράψιμο. Με τη χρήση ενός μαγνητοφώνου αφοσιώθηκε έκτοτε στις εικοσιδύο Υπαγορεύσεις του και κατόπιν συνέταξε τα
ογκώδη απομνημονεύματά του Mémoires
intimes (1981). Πέθανε στη Λωζάννη το 1989. Πολλά μυθιστορήματά του έχουν
διασκευαστεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.
ΕΙΚΟΝΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Βασισμένη σε μια ιδέα του Γιώργου Χατζημιχάλη,
σε εφαρμογή του εργαστηρίου A4 Art & Design
ΑΛΛΑ «ΣΚΛΗΡΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΣΙΜΕΝΟΝ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ
Η Αντιγόνη, αρχαία κόρη του μύθου, είναι ριγμένη σ’ ένα κελί επειδή θέλησε να θάψει τον αδελφό της. Μια άλλη κόρη, στο σήμερα, είναι κλεισμένη στη φυλακή της αδράνειας. Πασχίζουν, με τον δικό της τρόπο η καθεμιά, να αποτυπώσουν τη θέση τους στον χάρτη του κόσμου, έναν χάρτη ρευστό που τον χαράζει ξανά και ξανά ο αγώνας για επικράτηση. Η χώρα νοσεί, η οικογένεια το ίδιο. Η επιθυμία, η αφοσίωση, η ελευθερία χάνουν συνεχώς έδαφος απέναντι στο διχασμό, τη διαφθορά, την αποκτήνωση. Η γυναίκα που αγαπά είναι ένας ναυαγός. Μπορεί το ηρωικό παράδειγμα να λειτουργήσει γι’ αυτήν ως πυξίδα στο σήμερα;
Το έργο άρχισε να γράφεται το 2011, μέσα στην ταραχή της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης και ολοκληρώθηκε το 2020. Από τις σελίδες του περνούν σε αστραπιαία στιγμιότυπα η ασύδοτη ευφορία που προηγήθηκε της κρίσης, οι συμμορίες των νεοναζί, οι πρόσφυγες των πολέμων, τα στρατόπεδα εγκλεισμού, η οικολογική καταστροφή.
Φαίνεται πως οδηγείται κανείς κάθε τόσο στο μυθικό αρχέτυπο για να μπορέσει να συλλάβει το αδιανόητο, πως αναγκάζεται «…να ανακαλύψει μια αναλογία / … για να μπορέσει να πει / ότι το τρομερό που ζούμε τώρα δεν είναι / μοναδικό ξέρετε έχει ξανασυμβεί / … δεν είμαστε χωρίς πυξίδα…» (Anne Carson, Antigonick, 2012).
----------
Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει τη Δευτέρα 4 Οκτωβρίου στις 7.30 μ.μ.
στο Καφέ στον Κήπο του Νομισματικού Μουσείου.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εκδήλωση,
Απόσπασμα από το βιβλίο: Πρώτα ήταν εκείνο το στροβίλισμα η ζωή έμοιαζε εύκοληγελοίαρευστή αμέτρητα ζευγάρια πόδια
χάραζαν πλέγματα από φιγούρες
ξέφρενες χωρίς αρχή χωρίς τέλος χωρίς τελειωμό και τα θύματα του χορού οι σπρωγμένοι οι πατημένοι οι διαμελισμένοι σκόνη ψιλή που κατακάθιζε
στις γωνίες Η καρδιά μου φτερούγιζε κάθε
ώρα σαν πουλί πιασμένο που
ψάχνει να ξεφύγει έτρεχα να κρυφτώ σε σκοτεινά
δωμάτια σε τραβούσα απ’ το χέρι πώς να με καταλάβεις η διέγερση είναι το στοιχείο
σου ήθελες να με σύρεις πάλι
πίσω το ίδιο κι η αδελφή μου μεταξύ σας ματιές γεμάτες
νόημα -Δεν
ξέρεις να χαίρεσαι, Αντιγόνη Ο Πατέρας στο υπόγειο στον τόπο της αυτοτιμωρίας
του -Φύγε
μακριά! ούρλιαζε όταν πλησίαζα πετούσε καταπάνω μου το πιάτο του μ’ ό,τι είχε
μέσα τον έπιανε βήχας, πνιγόταν προτιμούσε να μείνει στον
τόπο παρά να πιει απ’ το χέρι μου
νερό Η Μητέρα τον είχε
εγκαταλείψει
οριστικά
Για την ποίηση της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου έχουν
γράψει:
« […] ποίηση που αινεί τη λεπταισθησία και την ακρίβεια, τη μεγάλη γνώση του παρελθόντος που συμβάλλει σε μια λυτρωτική κατανόηση του παρόντος, στο να μπορείς να μιλήσεις γι'αυτό το πολύπλοκο και πολύπτυχο παρόν. »
– Γ.-Ι. ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ
« Πόλεμος της γυναίκας ενάντια στον κόσμο, στον κοινωνικό λόγο που την επικαθορίζει και την εμποδίζει να αρθρώσει τον δικό της, που την εγκαλεί και τη διαγράφει, την απαλείφει από τη διαδικασία την οποία η ίδια θέτει σε κίνηση, …μάχη με τον εαυτό, που σπαράσσεται ανάμεσα στο αρχέγονο και το κοινωνικό. »
– ΤΙΤΙΚΑ ΔΗΜΗΤΡΟΥΛΙΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ
Η Ευαγγελία Ανδριτσάνου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Γλωσσολογία και Θέατρο και αργότερα εκπαιδεύτηκε στη συστημική ψυχοθεραπεία. Έχει γράψει, μεταφράσει και σκηνοθετήσει έργα για το θέατρο. Μεταφράζει ποίηση και πεζογραφία από τα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και αρχαία ελληνικά. Έχει μεταφράσει πολλά βιβλία ψυχοθεραπευτικής θεωρίας και πράξης, καθώς και το σύνολο του έργου του Ίρβιν Γιάλομ. Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα ποιητικά έργα της Καλές γυναίκες, κακές γυναίκες (2008) και Η δηλητηριώδης (2013).
ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ και ΕΠΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ το αριστούργημα του Τολστόι Άννα Καρένινα στη θαυμαστή μετάφραση του ΆΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, του σπουδαίου μεταφραστή της ρωσικής λογοτεχνίας (Ντοστογιέφσκι, Τσέχοφ, Γκόρκι, Έρεμπουργκ, Μαγιακόφσκι κ.λπ.) H έκδοση συνοδεύεται από εικονογραφικό υλικό, διαφωτιστικές εισαγωγές και ένα Επίμετρο με εργοβιογραφία και αποσπάσματα επιστολών και ημερολογίων του Τολστόι και συγχρόνων του (Τσερνιτσέφσκι, Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ) που αφορούν το έργο, καθώς και αναλυτικές σημειώσεις.
« Μέσα από αυτή την αναίσχυντη και χαμερπή ζωή,
μια αθάνατη αλήθεια ξεπροβάλλει και φωτίζει τα πάντα ».
- ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
«Ό Τολστόι πατάει γερά στα πόδια του, το κύρος του είναι τεράστιο και, όσο βρίσκεται στη ζωή, το κακό γούστο στη λογοτεχνία, όλες οι μορφές χυδαιότητας, η αδιαντροπιά και οι δακρύβρεχτες συμπεριφορές, όλοι οι άξεστοι, παροργισμένοι εγωισμοί θα μείνουν απομακρυσμένοι και θαμμένοι ατό σκοτάδι».
- ANTON ΤΣΕΧΟΦ
Λένε πώς όταν ζήτησαν κάποτε από τον ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΦΩΚΝΕΡ να κατονομάσει τα τρία καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών, εκείνος απάντησε: «Η Άννα Καρένινα, η Άννα Καρένινα, η Άννα Καρένινα».
«Όταν διαβάζετε Τουργκένιεφ, γνωρίζετε ότι διαβάζετε Τουργκένιεφ. Όταν διαβάζετε Τολστόι, διαβάζετε γιατί δεν μπορείτε να σταματήσετε».
-VLADIMIR NABOKOV
«Όταν ο
Τολστόι έκανε το σκαρίφημα της πρώτης παραλλαγής της Άννας Καρένινα, η Άννα ήταν μια γυναίκα πολύ αντιπαθητική και το
τραγικό της τέλος δεν ήταν παρά η τιμωρία πού της άξιζε. Ή τελική μορφή του
μυθιστορήματος είναι πολύ διαφορετική, άλλα δεν πιστεύω πως ο Τολστόι είχε στο
μεταξύ αναθεωρήσει τις ιδέες του περί ηθικής. Θα έλεγα μάλλον ό,τι, κατά τη
διάρκεια της συγγραφής, άκουγε μιαν άλλη φωνή κι όχι εκείνη της προσωπικής του
πεποίθησης περί ηθικής. Άκουγε αυτό πού θα ονόμαζα σοφία του μυθιστορήματος. Όλοι
οι αληθινοί μυθιστοριογράφοι αφουγκράζονται αυτή την υπερπροσωπική σοφία,
πράγμα που εξηγεί γιατί τα μεγάλα μυθιστορήματα είναι πάντα λίγο πιο έξυπνα από
τους δημιουργούς τους».
- MILANKUNDERA, H τέχνη του μυθιστορήματος,
Εστία, 1988
*
Ο VLADIMIR NABOKOVχαρακτήρισε
την Άννα Καρένινα του Τολστόι «μία
από τις μεγαλύτερες ερωτικές ιστορίες στην παγκόσμια λογοτεχνία». Κατά κοινή
αναγνώριση το σπουδαιότερο μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, η Άννα Καρένινα έχει θεωρηθεί η πνευματική αυτοβιογραφία του Τολστόι.
Με φόντο την αυτοκρατορική Ρωσία, το βιβλίο είναι ένας εμβριθής και σύνθετος
στοχασμός πάνω στον παράφορο έρωτα και την ολέθρια απιστία.
Παντρεμένη με έναν ισχυρό κυβερνητικό
παράγοντα, η Άννα Καρένινα είναι μια ωραία γυναίκα που ερωτεύεται βαθιά έναν
πλούσιο αξιωματικό του στρατού, τον κομψό κόμη Βρόνσκι. Προσπαθώντας
απεγνωσμένα να βρει την αλήθεια και το νόημα στη ζωή της, αψηφά απερίσκεπτα τις
συμβάσεις της ρωσικής κοινωνίας και εγκαταλείπει τον σύζυγο και τον γιό της για
να ζήσει με τον εραστή της. Ο περίγυρος της την καταδικάζει και την
εξοστρακίζει, και η ίδια παθαίνει συχνά κρίσεις ζήλιας που αποξενώνουν τον
Βρόνσκι, με αποτέλεσμα να βουλιάζει σιγά σιγά σε μια αδιέξοδη κατάσταση.
Αντιστικτικά με αυτόν τον τραγικό έρωτα
εκτυλίσσεται η ιστορία του Κονσταντίν Λέβιν, ενός μελαγχολικού γαιοκτήμονα που ο
Τολστόι τον έπλασε στο καλούπι του δικού του χαρακτήρα. Ενώ η Άννα αναζητά την
ευτυχία μέσα από τον έρωτα, ο Λέβιν ξεκινά τη δική του αναζήτηση για την
πνευματική ολοκλήρωση μέσα από το γάμο, την οικογένεια και τη σκληρή δουλειά.
Γύρω από αυτά τα δύο κομβικά νήματα της πλοκής υπάρχουν δεκάδες χαρακτήρες και
οι ιστορίες τους, υφασμένες αριστοτεχνικά από τον Τολστόι στον ίδιο καμβά∙ δημιουργείται
έτσι ένα συγκλονιστικό πανόραμα της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα.
ΤΡΕΙΣ
ΠΡΟΣΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ ΤΗΣ ΑΓΡΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΛΣΤΟΪ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο
κόμης ΛΕΩΝ
ΤΟΛΣΤΟΪ
γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1828 στο οικογενειακό κτήμα της Γιάσναγια Πολιάνα
στη Ρωσία. Έμεινε ορφανός σε ηλικία εννέα ετών, ανατράφηκε από μια ηλικιωμένη
θεία του, μορφώθηκε από Γάλλους οικοδιδασκάλους και γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο
του Καζάν το 1844. Το 1847 εγκατέλειψε τις σπουδές του και, αφού περιπλανήθηκε
μερικά χρόνια, κατατάχθηκε εθελοντικά στο στρατό, όπου και υπηρέτησε ως
κατώτερος αξιωματικός στον Πόλεμο της Κριμαίας, για να αποστρατευτεί το 1857. Το
1862 ο Τολστόι παντρεύτηκε τη Σοφία Μπέρς, όμως ο γάμος τους σημαδεύτηκε από
δυστυχία και πικρές απογοητεύσεις για τον ίδιο. Άρχισε να κρατάει ημερολόγιο το
1847 για λόγους ενδοσκόπησης και αυτοκριτικής, χρησιμοποιώντας το και ως πηγή υλικού
όχι μόνο για τα μεγάλα του έργα, Πόλεμος
και ειρήνη (1869) και Άννα Καρένινα
(1877), δύο από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά
και για τα υπόλοιπα βιβλία του. Αναζητώντας μια θρησκευτική βάση στη ζωή, ο
Τολστόι οδηγήθηκε σ' έναν νέο χριστιανισμό, βασιζόμενος σε μια δική του
ερμηνεία των Ευαγγελίων. Η Γιάσναγια Πολιάνα αναδείχθηκε σε Μέκκα για τους
πιστούς του κηρύγματος του. Σε ηλικία 82 ετών, ταξίδευε μακριά από την
οικογενειακή εστία όταν αντιμετώπισε ξαφνικά μια σοβαρή επιδείνωση της υγείας
του. Πέθανε στην πόλη Αστάποβο, στις 20 Νοεμβρίου του 1910.
Άλλα
σπουδαία έργα του: Οι Κοζάκοι, Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς, Η σονάτα του Κρόυτζερ, Χατζή Μουράτ, Εξομολόγηση, Ανάσταση, Ο πατέρας Σέργιος.
«Μερικές φορές, τις νύχτες, τις αισθάνομαι τις εικόνες, σαν μυρμήγκια, να σέρνονται στο δέρμα μου. Τότε ξέρω ότι κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν…»
Το γεγονός ότι ο
Εικονογραφημένος Άνθρωπος εξακολουθεί να ανατυπώνεται αδιάλειπτα, από το
1951 που εκδόθηκε, αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία της καθολικής αποδοχής του
έργου του Ρέυ Μπράντμπερυ. Είναι ένα θαυμάσιο, παρότι εν πολλοίς σκοτεινό,
αμάλγαμα επιστημονικής φαντασίας, λογοτεχνίας του φανταστικού και λογοτεχνίας
τρόμου. Με το ευφυές πλαίσιο που ανοίγει και κλείνει το βιβλίο, ο Μπράντμπερυ
συστήνεται ως ο ανώνυμος αφηγητής που συναντά τον Εικονογραφημένο Άνθρωπο –
έναν περιπλανώμενο, που όλο του το σώμα είναι ένας ζωντανός καμβάς με εξωτικά
τατουάζ. Το ακόμα πιο αξιοσημείωτο, και διαρκώς πιο ενοχλητικό, είναι ότι οι
ίδιες οι εικονογραφήσεις είναι κατά έναν μαγικό τρόπο ζωντανές. Αν ο Ελ Γκρέκο
στις δόξες του είχε φιλοτεχνήσει μινιατούρες, όχι μεγαλύτερες από μέγεθος
παλάμης, απείρως λεπτομερείς, με όλη την ωχροκίτρινη χρωματική παλέτα του, την
επιμήκυνση των μορφών και την ανατομία του, ίσως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει το
σώμα αυτού του ανθρώπου για την τέχνη του…
Όμως, ο Εικονογραφημένος Άνθρωπος έχει
προσπαθήσει να κατακάψει τις εικονογραφήσεις του. Έχει δοκιμάσει γυαλόχαρτο,
οξύ κι ένα μαχαίρι. Διότι, όταν δύει ο ήλιος, οι εικόνες αστράφτουν σαν
κάρβουνα, σαν διασκορπισμένα διαμάντια.
Τρεμοπαίζουν και
ζωντανεύουν. Oι φιγούρες ενεργοποιούν τις ιστορίες τους – φωνές
υψώνονται, μικρές και απαλές, προλέγοντας το μέλλον. Η καθεμία ιστορία
προβάλλει και ξεδιπλώνει τη δική της αφήγηση, όπως στη «Σαβάνα» όπου κάποια
απροσάρμοστα παιδιά παίζουν ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας πέρα από
κάθε όριο. Ή στο «Καλειδοσκόπιο», ένα συγκινητικό πορτραίτο ξεβρασμένων
αστροναυτών που ετοιμάζονται να επανεισχωρήσουν απροστάτευτοι στην ατμόσφαιρά
μας. Ή στην «Ώρα μηδέν», όπου εξωγήινοι εισβολείς έχουν ανακαλύψει τον πιο
εύλογο σύμμαχό τους – τα ίδια μας τα παιδιά. Παρότι γράφτηκαν τις δεκαετίες του
1940 και του 1950, αυτές οι κλασικές ιστορίες θα παραμένουν ανατριχιαστικά
επίκαιρες ακόμα και σε πενήντα χρόνια από σήμερα.
Συνοδεύεται από Επίμετρο του μεταφραστή
και ένα κείμενο της Μάργκαρετ Άτγουντ για τον Μπράντμπερυ.
«Ο Μπράντμπερυ ποτέ
του δεν έμαθε να οδηγεί αυτοκίνητο. Είναι ένας περήφανος τεχνοφοβικός που
περιφρονεί επίσης τους υπολογιστές, το ίντερνετ και τα ΑΤΜ. Όμως, δεν
χρειάζεσαι δίπλωμα οδήγησης για να διασχίσεις το γαλαξία με τη φαντασία σου.
Και γι’ αυτό ο Ρέυ Μπράντμπερυ είναι το μοναδικό άτομο που θα ήθελες πίσω από
το τιμόνι».
–TedGioia
«Προκλητικό και
δυνατό βιβλίο, Ο Εικονογραφημένος Άνθρωπος αποτελεί ένα καλειδοσκοπικό
μείγμα μαγείας, φαντασίας και αλήθειας – συναρπαστικό όσο και τα διαπλανητικά
ταξίδια, φρενιασμένο όσο και μια βόλτα κάτω από βροχή ενός εκατομμυρίου ετών
και καθησυχαστικό όσο οι απλές, οικογενειακές ρουτίνες την τελευταία νύχτα του
κόσμου».
–Από το
οπισθόφυλλο της αμερικανικής έκδοσης
«Ο Ρέυ
Μπράντμπερυ έχει καταφέρει κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες επιτυγχάνουν. Με τα
οράματά του για πιθανές εκδοχές του μέλλοντος και ανησυχητικές εκδοχές του
παρόντος… μάς έχει αλλάξει».
–TheBostonGlobe
«Ο μαίτρ
Μπράντμπερυ έχει ένα ολόδικό του ύφος που πολλοί το μιμήθηκαν μα κανείς δεν το
έφτασε».
–PortlandOregonian
Με μια πρώτη ματιά, πρόκειται για
επιστημονική φαντασία γερά όμως εδραιωμένη στην αμερικανική παράδοση της
δεκαετίας του 1950 – η παράνοια του μακαρθισμού, οι φοβίες για μια επερχόμενη
αποκάλυψη λόγω του Ψυχρού Πολέμου, η ανησυχία για τις αποικιακές φιλοδοξίες, οι
φυλετικές διακρίσεις και οι κίνδυνοι της τηλεόρασης. Καθώς όμως οι ιστορίες του
Μπράντμπερυ ορθώνονται μπροστά μας, ανακαλύπτουμε ότι τα ερωτήματα που θέτει
και οι ανησυχίες που διερευνά είναι οικουμενικού χαρακτήρα.
Ο Μπράντμπερυ πάλεψε για να βγάλει από
πάνω του την ετικέτα του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας, απαιτώντας μάλιστα
να αφαιρεθούν οι λέξεις «Επιστημονική Φαντασία» από την πρώτη έκδοση του Εικονογραφημένου
Ανθρώπου. Η «επιστήμη» και τα διαγαλαξιακά σκηνικά παρέχουν μονάχα το
υπόβαθρο για την πραγματική εστίαση των τόσο ιδιαίτερων ιστοριών του – που ο
ίδιος ο Μπράντμπερυ αποκαλούσε «παράξενες γωνιές» του ανθρώπινου ψυχισμού.
Εξετάζοντας αυτές τις γωνιές, ο Μπράντμπερυ μας οδηγεί πολύ μακριά από τους
κόσμους της παραδοσιακής επιστημονικής φαντασίας, προειδοποιώντας μας για τον
κίνδυνο να ξεχάσουμε τη θεμελιώδη μας ανθρωπιά.
ΕΡΓΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ
110x100 εκ., 2013.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο ΡΕΫ
ΜΠΡΑΝΤΜΠΕΡΥ γεννήθηκε στο Ουωκήγκαν του Ιλλινόι το 1920. Η οικογένειά του μετακόμισε
στο Τουσόν στην Αριζόνα και το 1934 εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου ο Ρέυ
τελείωσε το γυμνάσιο. Μια και δεν μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές του για
οικονομικούς λόγους, πουλούσε εφημερίδες για να ζήσει και συνέχισε μια συνήθεια
από το Ιλλινόι για τη μόρφωσή του : επισκεπτόταν τις δημόσιες βιβλιοθήκες.
Ο Μπράντμπερυ
έγραφε από πολύ νεαρή ηλικία και είκοσι ετών είδε την πρώτη του ιστορία να
δημοσιεύεται στο περιοδικό WeirdTales. Έκτοτε δημοσιεύτηκαν περίπου 500 διηγήματα,
μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και ποιήματά του. Τα περισσότερα από τα βιβλία που
τον έκαναν διάσημο, όπως Τα χρονικά του Άρη (TheMartianChronicles, 1950 ), Ο εικονογραφημένος άνθρωπος
(TheIllustratedMan,
1952), Κρασί από πικραλίδα (DandelionWine, 1957 ), Κάτι κολασμένο έρχεται προς
τα δω (SomethingWickedThisWayComes, 1962) και βέβαια το Φαρενάιτ 451,
είχαν τη φόρμα του μυθιστορήματος.
Για αρκετά
χρόνια συνεργάστηκε στο σενάριο τηλεοπτικών εκπομπών Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ
παρουσιάζει (AlfredHitchcockPresents) και Η ζώνη του λυκόφωτος (TheTwilightZone),
ενώ το 1953 υπέγραψε το σενάριο για την κινηματογραφική διασκευή του Μόμπυ
Ντικ από τον Τζων Χιούστον. Ανέβασε ο ίδιος στη σκηνή δύο από τα θεατρικά
του έργα, έγραψε δύο μιούζικαλ, δύο καντάτες διαστημικής θεματολογίας, σε
συνεργασία με τον LaloSchifrinκαι τον JerryGoldsmith, και συνεργάστηκε σε μια ταινία κινουμένων
σχεδίων, με τίτλο IcarusMontgolfierWright, η οποία προτάθηκε για Όσκαρ το 1962.
Το 1963 ήταν σύμβουλος για την κατασκευή του περιπτέρου των ΗΠΑ στη Διεθνή
Έκθεση της Νέας Υόρκης, ενώ παρείχε συμβουλές κατά την ανέγερση του DisneyWorldκαι
σε άλλα πολεοδομικά έργα. Σε μια από τις προσσεληνώσεις πληρώματος του Apollo, οι αστροναύτες βάφτισαν έναν από τους κρατήρες της
Σελήνης Dandelion, προς τιμήν του μυθιστορήματος DandelionWine. Το SomethingWickedThisWayComesμεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη και η σειρά
του RayBradburyTheaterγια την
καλωδιακή τηλεόραση έλαβε επτά βραβεία. Το Φαρενάιτ 451 γυρίστηκε ταινία
από τον FrançoisTruffaut
το 1966.
Παντρεμένος από
το 1946 με τη Marguerite, την οποία γνώρισε σε ένα βιβλιοπωλείο,
έζησε μαζί της έως το θάνατό της, το 2003, και από το γάμο τους απέκτησαν
τέσσερις κόρες. Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, το 1999, τον καθήλωσε σε αναπηρικό
καροτσάκι. Τιμήθηκε με διάφορες διακρίσεις, μεταξύ άλλων και από την
αμερικανική και τη γαλλική κυβέρνηση, ενώ το 2000 του απένειμε μετάλλιο το
Εθνικό Ίδρυμα Βιβλίων της Αμερικής για την εξέχουσα συνεισφορά του στην
αμερικανική λογοτεχνία. Υποστήριξε με πάθος σε όλη του τη ζωή το θεσμό των ανοιχτών
δημόσιων βιβλιοθηκών ως παράγοντα μόρφωσης όλων των ανθρώπων.
Πέθανε στο Λος
Άντζελες στις 5 Ιουνίου 2012, σε ηλικία 91 ετών, κατά τη διέλευση της Αφροδίτης
από τη Γη.
Στις Εκδόσεις
Άγρα κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του : Φαρενάιτ 451, Πέθανε ο σκύλος,
κατά τ’ άλλα όλα καλά και Τα Χρονικά του Άρη.
« Όλα έμοιαζαν κανονικά αλλά τίποτα δεν ήταν, γιατί όταν το λιοντάρι γονατίζει, όταν τα νύχια του γίνονται άχρηστα ροκανίδια ξύλου, δεν κάνουν πια κανέναν να τρέμει, όταν η πεθαμένη φλόγα των ματιών του εμπνέει περισσότερο θλίψη από τρόμο, ένα άτονο βλέμμα στραμμένο σε μια εσωτερική σκοτεινιά σ’ ένα σαρκίο διαλυμένο, σπασμένο…»
« Γεννήθηκα σε μια σαιξπηρική
οικογένεια. Ανάμεσα σ’ έναν πατέρα αυλικό του βασιλιά για σαράντα χρόνια και
έναν αδερφό καταδικασμένο σε μια φυλακή του Νότου. Πρέπει να φανταστείς ένα
βασιλικό παλάτι τρομακτικό αλλά και μαγευτικό, όπου ο ευνοούμενος μπορεί να
τιμωρηθεί για το τίποτα, όπου οι αντιζηλίες πλέκουν τον ιστό τους όταν πέφτει η
νύχτα.
» Ένας παραμυθάς ξέρει πως η δύναμη
βρίσκεται από τη μια μεριά της πόρτας και η ελευθερία από την άλλη. Για να μη
φύγει από την υπηρεσία της Μεγαλειότητάς του, ο πατέρας μου απαρνήθηκε τη
γυναίκα του και τα παιδιά του. Εγκατέλειψε τον αδερφό μου στα φαντάσματά του. Ο
γιος του, ο αδερφός μου, στοίχειωσε για είκοσι χρόνια την οικογένειά μου. Ποιοί
οι λόγοι του “ τρελού ” και ποιοί του πατέρα ;
»Μοίρα φοβερά μοναχική, δουλεία
συναινετική... Όλα είναι γελοία σ’ αυτόν τον κόσμο ; Ο πατέρας μου είχε μια
ιδιόμορφη αγάπη για τη ζωή. Χρόνια προσπαθώ να τη διηγηθώ. Αυτή την ιστορία σας
την προσφέρω, έχει τη φαντασία ενός παραμυθιού του παλιού καιρού και την
τραγικότητα ενός ανθρώπινου δράματος ».
–ΜΑΧΙ ΜΠΙΝΜΠΙΝ
Αυτό το σύντομο και κομψό μυθιστόρημα
ξεκινάει με μια απατηλή αίσθηση αθωότητας. Ο διάχυτα ζεστός τόνος του και η
παραμυθική αφήγησή του λειτουργούν σαν δέλεαρ, σαν μια μαγευτική ψευδαίσθηση.
Σύντομα όμως μετά, Ο Τρελός
του βασιλιά αφήνει να αναδειχθούν οι πιο σκοτεινές
αποχρώσεις του, πολύ προτού αποκαλυφθεί η πραγματική βαρύτητα της ιστορίας – η
ζωή στην υπηρεσία ενός αφέντη σημαίνει συνενοχή για τις πράξεις του,
περιλαμβάνει το τίμημα που πρέπει να πληρωθεί.
Η αγάπη του αυλικού αξιωματούχου για
τον ετοιμοθάνατο αφέντη του είναι καταρχάς συγκινητική, αλλά ο Μοχάμεντ, ο
αφηγητής, μας δίνει την εντύπωση ότι αποκρύπτει τις αληθινές σκέψεις του για τη
σχέση του με τον βασιλιά Χασάν Β’, που κυβέρνησε τυραννικά το Μαρόκο για σχεδόν
σαράντα χρόνια, από το 1961 ώς το θάνατό του το 1999. Ο Μοχάμεντ μπεν Μοχάμεντ,
ο γελωτοποιός της Αυλής, ο ποιητής, ο λόγιος θεολόγος, ζει και περιγράφει τις
τελευταίες μέρες του ετοιμοθάνατου βασιλιά, του Σίντι, του αφέντη. Ο Τρελός του βασιλιά είναι ένας απολογισμός για το τρομερό τίμημα της
αφοσίωσης που πληρώνει ο Μοχάμεντ. Είναι επίσης ένας στοχασμός πάνω στην ενοχή
και τη συγχώρεση. Πρόκειται για ένα δυνατό, σύντομο παραμύθι, ήσυχα αλλά
επίμονα βασανιστικό.
Ήμουν για τριανταπέντε χρόνια ο
αφοσιωμένος υπηρέτης του, ο διασκεδαστής με την ανεξάντλητη φαντασία, ο
επίσημος θεολόγος, ο κυβερνήτης των πιστών που του ανήκαν, ο λογοτεχνικός του
σύμβουλος, η αλάνθαστη αναφορά του στον μαγικό κόσμο της ποίησης. […]
Όλα έμοιαζαν κανονικά, αλλά τίποτα
δεν ήταν για τον αφέντη μας. Εγώ, ο Μοχάμεντ μπεν Μοχάμεντ, αφρός από το
κατακάθι και τη σαπίλα του Μαρακές, που τίποτα δεν προοιώνιζε να βρεθώ πλάι
στους εκλεγμένους, εγώ ο φυγάδας από τα βαθιά υπόγεια της ανθρώπινης υπόστασης,
ήμουν εκεί αυτή τη βραδιά του Ιουλίου πίσω από τον ετοιμοθάνατο αφέντη μου,
αναμασώντας την τρομερή πρόβλεψη του γιατρού : « Σε δυό ή σε τρεις μέρες θα
είμαστε όλοι ορφανοί ! » […]
Ήξερε το αδύνατο σημείο μου κι
έβρισκε πάντα ευκαιρίες να το θυμήσει : « Οι σκύλοι δεν γεννούν γάτες » έλεγε.
Το αίμα του προδότη είναι κληρονομικό, και άλλες αναφορές στο φυλακισμένο παιδί
μου σε μια φυλακή του Νότου. Αν απαντούσα στις επιθέσεις του, θα κατέβαινα στο
επίπεδό του. Όμως δεν άφηνα τίποτα. Αντίθετα, ετοίμαζα τα όπλα μου με την
ησυχία μου και χτυπούσα τη στιγμή που δεν το περίμενε. Με τις αντεπιθέσεις
έδινα κατάλληλες απαντήσεις, ανάλογα με τις προκλήσεις του. Καταδίκαζε με τη
σειρά του το χτύπημα χωρίς να αντιδρά. Στις προσβολές παίζαμε το ίδιο παιχνίδι.
Έτσι είχε θεσπιστεί μια ανακωχή μεταξύ μας, σίγουρα ευάλωτη. Αλλά, όπως
συμβαίνει στους ψυχρούς πολέμους, βάστηξε πολύ περισσότερο από όσο είχαμε
προβλέψει.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο ΜΑΧΙ
ΜΠΙΝΜΠΙΝ είναι συγγραφέας, γλύπτης και ο πιο γνωστός ζωγράφος του
Μαρόκου σήμερα. Η τέχνη του εκτίθεται στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ της Νέας Υόρκης.
Έχει δημοσιεύσει
δώδεκα μυθιστορήματα.
Το βιβλίο
του Τα Αστέρια του Σίντι Μουμέν έχει μεταφραστεί σε δέκα γλώσσες και
έγινε ταινία από τον NabilAyouchμε τίτλο Τα
άλογα του Θεού. Βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ των Καννών.
Ο αδερφός
του πήρε μέρος σε ένα αποτυχημένο πραξικόπημα ενάντια στον βασιλιά Χασάν Β’ και
για το λόγο αυτό πέρασε δεκαοχτώ χρόνια στη διαβόητη φυλακή Ταζμαμάρτ της
ερήμου.
Στις
Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν τα βιβλία του Τα Αστέρια του Σίντι Μουμέν (2016)
και Χαρράγκα – Αυτοί που καίνε τα χαρτιά τους (2019), και τα δύο σε μετάφραση
της Έλγκας Καββαδία, ενώ ετοιμάζεται Ο δρόμος της συγγνώμης.
Δείτε παρακάτω ένα τετράλεπτο βίντεο με τον ίδιο να μιλά στα αγγλικά
για τη ζωή του, το Μαρόκο και τη σχέση του με τη ζωγραφική και τη συγγραφή :