Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2020

Δελτίο τύπου | ΦΡΑΟΥΛΕΣ του Joseph Roth



JOSEPH ROTH

ΦΡΑΟΥΛΕΣ


Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ


Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Φεβρουάριος 2020
Αριθμός σελίδων : 104,  Τιμή : 10,50 Ευρώ
ISBN: 978-960-505-431-1









Ο πόλεμος και η πείνα την ξεκλήρισαν τη μικρή μας πόλη. Και σήμερα βόσκουν γελάδια εκεί που πριν έπαιζαν παιδιά.
Είναι παράξενο να χάνεις την πόλη όπου γεννήθηκες. Νιώθεις σαν να 'σαι εκατό φορές εκατό χρονών, σαν να ξαναγυρίζεις από τον τάφο. Όταν με ρωτούν πού γεννήθηκα δεν ξέρω τί ν' απαντήσω. Κι επειδή ο τόπος μου δεν υπάρχει πια, δεν έχω πατρίδα πουθενά, πουθενά δεν είμαι σπίτι μου.
Στην ίδια κατάσταση είναι κι ο φίλος μου Ναφτάλι Κρόυ, αλλά αυτός δεν δίνει σημασία. Ο Ναφτάλι Κρόυ είναι όπου γη και πατρίδα και σίγουρα σήμερα νιώθει εκεί που είναι σαν στο σπίτι του, σαν να 'ταν γέννημα θρέμμα του Μπουένος Άιρες.
Τα εφτά αδέρφια μου έφυγαν από το σπίτι, από τον τόπο. Ο πρώτος έγινε μποξέρ στην Αμερική, ο δεύτερος λιμενεργάτης στην Οδησσό, ο τρίτος πήγε στρατιώτης – και σκοτώθηκε –, ο τέταρτος έγινε παραγιός στον σιδερά κάποιου χωριού, ο πέμπτος πήγε στην Αγία Πετρού­πολη, κατασκεύαζε βόμβες, φαίνεται πως μία έσκασε στα χέρια του, ο έκτος τουφεκίστηκε για παραδειγματισμό το 1917, ο έβδομος είναι οδοντοτεχνίτης στο Μεξικό. Τον λένε Γκάμπριελ, είναι παντρεμένος και μου γράφει δύο φορές το χρόνο. Εγώ κράτησα ένα άλογο, ένα αμάξι, το έλκηθρο και το ωραίο καμουτσίκι.


Η ΓΑΛΙΚΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ο Γιόζεφ Ροτ σ' ετούτο το μακρο­σκελές μυθιστορηματικό σπάραγμα είναι η μυθική Γαλικία, στα ιστορικά σύνορα της παλαιάς ανατολικής επαρχίας της Αυστρο-Ουγγαρίας, που δεν έχει πάψει να τον στοιχειώνει από το Hotel Savoy (1924) και μετά. Οι κάτοικοί της παρελαύνουν εμπρός μας, σοφοί και τρελοί, ντόπιοι, πρόσφυγες και περαστικοί, όλη η λαθραία πανίδα των συνόρων, φτωχοί και μικροκτηματίες ευγενείς της επαρ­χίας, ταλαντευόμενοι ανάμεσα στο απλό και γεμάτο δεισιδαιμονίες σύμπαν της παράδοσης από τη μια και στο άνοιγμα προς τον δυτικό μοντερνισμό από την άλλη. Βασικός πρωταγωνιστής του, ωστόσο, παραμένει αναμφισβήτητα η ίδια η Φύση: τα μελαγχολικά τοπία, που τους επιτίθενται οι απότομες αλλαγές των εποχών· οι μυρωδιές του καπνού· το συναισθητικό παιχνίδι των εικόνων και των χρωμάτων (από το χρυσό στο ασημί, περνώντας από το μπλε, το μαύρο, το γκρίζο και το άσπρο)· τα αινιγματικά πουλιά – αυτή ή ατμοσφαιρική ποίηση στο σύνολό της, η πεμπτουσία της γραφής του Ροτ. Για τον Ντέηβιντ Μπρόνσεν η Γαλικία που βλέπουμε στις Φράουλες είναι ένα «Πουθενά», ένας ου-τόπος στο περιθώριο των συσπάσεων της Ιστο­ρίας. Και το ειδυλλιακό του πρόσωπο, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, προβάλλει ανάγλυφο στις ετήσιες εξορμήσεις στα γύρω δάση, σ'αυτό το ψάξιμο για θαυμάσιες, μαγι­κές, άγριες φράουλες.

Εδώ έβγαιναν οι ωραιότερες φράουλες. Δεν κοί­ταζαν να κρυφτούν διακριτικά, όπως το συνη­θίζουν αλλού. Έκοβαν το δρόμο αυτών που τις έψαχναν. Έτρεμαν βαριές απ’τα λεπτά αλλά ανθεκτικά κοτσανάκια τους. Ήταν μεγάλες και φύτρωναν τόσο χαμηλά, τόσο κοντά στο χώμα, όχι από ταπεινοσύνη αλλά από περηφάνια. Έπρεπε να σκύψεις για να τις μαζέψεις. Τα μήλα, τα κεράσια και τ’ αχλάδια τεντώνεσαι για να τα φτάσεις. Σε αναγκάζουν να σκαρφαλώσεις.
Μικρά σβολαράκια χώμα ήταν κολλημένα στις φράουλες, τόσο μικρά που δεν φαίνονταν με γυμνό μάτι – κι έτσι τα ‘βαζες στο στόμα σου. Έτριζαν ανάμεσα στα δόντια, αλλά ο χυμός της φράουλας τα παράσερνε και η απαλή ψίχα του φρούτου σου χάιδευε τον ουρανίσκο.
Όλοι μάζευαν φράουλες, κι ας απαγορευόταν. ο δασοφύλακας, άμα τύχαινε να περάσει, έπαιρνε τα καλάθια από τα χέρια των γυναικών, άδειαζε καταγής τις όμορφες κόκκινες φράουλες και τις ποδοπατούσε.
Τί μπορούσε όμως να κάνει σ’ εμάς που τρώ­γαμε τις φράουλες εκεί, επιτόπου; Μας κοίταζε αγριεμένος και σφύριζε στο σκυλί του.
Κανένας δεν φοβόταν τον δασοφύλακα. Όσο περισσότερες φράουλες ποδοπατούσε τόσο περισσότερες έβγαιναν στο δάσος.
Το δικό μου όνομα δεν έχει σημασία. Κανείς δεν το ξέρει, ζω με ψεύτικη ταυτότητα. Ειρή­σθω εν παρόδω, λέγομαι Ναφτάλι Κρόυ.
Είμαι αυτό που λένε απατεώνας. ‘Έτσι λένε στην Ευρώπη όσους παριστάνουν κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι στ’ αλήθεια. Αυτό κάνουν όλοι οι Δυτικοευρωπαίοι. Άλλα δεν είναι απατεώνες: έχουν χαρτιά, διαβατήρια, ταυτότητες, πιστοποιητικά βάφτισης. Κάποιοι έχουν ακόμα και οικογενειακό δέντρο. Εμένα, όμως, το διαβατήριό μου είναι πλαστό, δεν έχω πιστοποιητικό βάφτισης, δεν έχω οικο­γενειακό δέντρο. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε: Ο Ναφτάλι Κρόυ είναι απατεώνας.
Στον τόπο μου δεν χρειαζόμουν χαρτιά. Με ήξεραν όλοι. Από έξι χρονών λούστραρα τις μπότες του δημάρχου. Στα δώδεκα έγινα παραγιός σ’ έναν μπαρμπέρη. Εκεί άπλωνα σαπουνάδα στα μάγουλα του δημάρχου. Στα δεκαπέντε έγινα αμαξάς και τις Κυριακές πήγαινα βόλτα τον δήμαρχο. Αστυφύλακες είχαμε δεκατρείς. Με όλους έπινα σναπς. Τί να τα κάνω τα χαρτιά;
Στα νιάτα μου, λοιπόν, τα πήγαινα μια χαρά με τις Αρχές. Αργότερα το πράγμα άλλαξε. Ήρθαν άλλοι καιροί, άλλες Αρχές.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ γεννήθηκε το 1894 από Εβραίους γονείς στην Ανατολική Γαλικία. Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλο­λογία στο Λέμπεργκ και στη Βιέννη. Το 1916 κατετάγη στον αυστριακό στρατό. Πήρε μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Στο διάστημα του Μεσοπολέμου εργάστηκε ώς δημοσιογράφος στη Βιέννη και στο Βερο­λίνο, όπου έζησε δώδεκα χρόνια. Ήδη από το 1922 εντοπίζει και στηλιτεύει από τους πρώτους τον Χίτλερ. Εβραίος ο ίδιος, ασκεί έντονη κριτική στη συμβιβαστική στάση της εβραϊκής κοινότητας. Από το 1932 δηλώνει σ' έναν φίλο του: «Πρέπει να φύγουμε. Θά κάψουν τα βιβλία μας και θά είμαστε εμείς ο στόχος... Πρέπει να φύγουμε ώστε μόνο τα βιβλία μας να παραδοθούν στην πυρά». Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, τη μέρα που ο Χίτλερ γίνεται καγκελάριος του Ράιχ, ο Ροτ μεταναστεύει οριστικά στο Παρίσι, όπου και πεθαίνει το 1939, σε ηλικία μόλις σαρανταπέντε ετών. «Είναι η εγκαθίδρυση της βαρβα­ρότητας και η βασιλεία της κόλασης. Μόνο το αληθινό Ρήμα θα μπορέσει να σώσει την εποχή, προσφέροντας πατρίδα σ' αυτούς που δεν έχουν πλέον».

Άφησε έργο εκτεταμένο και ποικίλο: δε­κατρία μυθιστορήματα, οχτώ μεγάλα αφηγή­ματα, τρεις τόμους δοκιμίων και ανταποκρί­σεων, αμέτρητα άρθρα. Κυριότερα μυθιστορήματά του και χρονογραφήματα: Ο θρύλος του Άγιου Πότη (Άγρα, 2006), Hotel Savoy (Άγρα, 2007), Τοεμβατήριο του Ραντέτσκυ (Άγρα, 2009), Η ομολογία ενός δολοφόνου μέσα σε μια νύχτα (Άγρα, 2011), Ιώβ - Η Ιστο­ρία ενός απλού ανθρώπου (Άγρα, 2013), Η κρύπτητων Καπουτσίνων (Άγρα, 2014), Βε­ρολινέζικα χρονικά 192ο-1933 (Άγρα, 2016), Το κάλπικο ζύγι. Η ιστορία ενός επιθεωρητή επί των μέτρων και σταθμών (Άγρα, 2017), Τα χρόνια των ξενοδοχείων. Περιπλανώμε­νος στην Ευρώπη ανάμεσα στους πολέμους (Άγρα, 2019).



ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ JOSEPH ROTH ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ


Παρασκευή, 7 Φεβρουαρίου 2020

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ | Ένα σπουδαίο βιβλίο του GEORGE STEINER (1929-2020) στις Εκδόσεις Άγρα



ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ GEORGE STEINER
ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

GEORGE STEINER
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ

Μετάφραση : ΠΑΛΜΥΡΑ ΙΣΜΥΡΙΔΟΥ


Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Νοέμβριος 2007
Αριθμός σελίδων : 112,  Τιμή : 12,00 Ευρώ
ISBN: 978-960-325-702-8





Η πτώση των θεσμοποιημένων θρησκευτικών συστημάτων έχει αφήσει μεγάλο ηθικό και συναισθηματικό κενό στους κόλπους του δυτικού πολιτισμού. Μετά την αποσύνθεση του χριστιανισμού και της θεολογίας του, ο Στάινερ εξετάζει τις μυθολογίες που προτάθηκαν ως υποκατάστατό του: το φιλοσοφικοπολιτικό πρόγραμμα του Μάρξ, τη φροϋδική ψυχανάλυση και τη δομική ανθρωπολογία του Λεβί-Στρώς.
Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στις λυτρωτικές τους διαστάσεις ή εξετάζοντάς τες ως εκδοχές της Αποκάλυψης, αναζητά, ταυτόχρονα, και τις εβραϊκές ρίζες των τριών αυτών προφητικών κινημάτων που πήραν τη σκυτάλη από τον χριστιανισμό, ο οποίος θέλησε να υποσκελίσει την κληρονομιά του ιουδαϊσμού. Παράλληλα μ’ αυτές τις κορυφές του θεωρητικού στοχασμού, ο Στάινερ εξετάζει τη μόδα που μας επέβαλαν τα «πράσινα ανθρωπάκια» και μαζί τις επιστήμες του αποκρυφισμού ή της αστρολογίας, δίχως βέβαια, να παραλείπει τις ανατολικές θρησκείες: ισάριθμες απόπειρες που όμως, κατά τη γνώμη του, αποδείχθηκαν ατελέσφορες, καθώς καμιά τους δεν μπόρεσε να προσφέρει απάντηση στην «κρίση νοήματος» που πλήττει τον σύγχρονο άνθρωπο.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο Τζώρτζ Στάινερ υπήρξε διεθνούς φήμης συγγραφέας και στοχαστής, το έργο του οποίου διακρινόταν όχι μόνο για τις ξεχωριστές λογοτεχνικές αρετές και το έντονο ενδιαφέρον του για τη μελέτη της γλώσσας αλλά και για το ευρύ γνωστικό του πεδίο. Γεννήθηκε στο Παρίσι, όπου έλαβε το πρώτο ακαδημαϊκό πτυχίο. Mετακομίζοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες, το 1948 πήρε πτυχίο από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Το 1950 έλαβε τον τίτλο του Μάστερς από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, όπου τιμήθηκε με το βραβείο Bell της Αμερικανικής Λογοτεχνίας. Εργάστηκε επίσης ως επικεφαλής της ομάδας των κριτικών της λογοτεχνίας του περιοδικού New Yorker.
O Tζώρτζ Στάινερ είχε διδάξει στα Πανεπιστήμια του Γέιλ, της Νέας Υόρκης, της Γενεύης και της Οξφόρδης. Είχε ανακηρυχθεί τιμητικό μέλος της Αμερικάνικης Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών και εταίρος του Κολεγίου Balliol της Οξφόρδης. Η Γαλλική κυβέρνηση τον τίμησε με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (Légion d’ Honneur) και η Βασιλική Ακαδημία του Βελγίου (Royal Belgian Academy) με το μετάλλιο King Albert. To 1988 έλαβε το βραβείο λογοτεχνίας Truman Capote Lifetime Achievement Award και εκλέχθηκε μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας.
Πέθανε στις 3 Φεβρουαρίου 2020 σε ηλικία 90 ετών.

Ο Τζώρτζ Στάινερ έχει γράψει τα έργα: Tolstoy or Dostoevsky: An Essay in Contrast (1960), The Death of Tragedy [O θάνατος της τραγωδίας ] (1961), Anno Domini: Three Stories (1964), Language and Silence: Essays 1958-1966 (1967), In Bluebeard’s Castle: Some Notes Towards the Redefinition of Culture [Στον Πύργο του Κυανοπώγωνα] (1971), Exraterritorial: Papers on Literature and the Language Revolution (1972), After Babel: Aspect of Language and Translation [Μετά τη Βαβέλ] (1975), Why English? (1975), Heidegger (1978). On Difficulty and Other Essays (1978), Antigones (1984), A Reading Against Shakespeare (1986), Real Presences: Is there Anything in What We Say? (1989), Proofs and Three Parables (1992), What is Comparative Literature? (1995), No Passion Spent: Essays 1978-1996 (1996), The Deeps of the Sea, and Other Fiction (1996), Errata: An Examined Life (1997), Grammars of Creation (2001), Lessons of the Masters (2003), Nostalgia for the Absolute (2004), Paroles et silence (2004), Une Idée de l’Europe (2005), Dix raisons (possibles) à la tristesse de la pensée (δίγλωσση έκδοση, 2005).

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

Δελτίο τύπου | ΕΠΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΔΥΟ ΣΠΟΥΔΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ «ΤΕΧΝΗ» ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ


ΕΠΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΔΥΟ ΣΠΟΥΔΑΙΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ
ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ  ΚΑΙ ΤΗΝ «ΤΕΧΝΗ» ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Επανακυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Άγρα δύο εξαιρετικά τεύχη της βιβλιοφιλικής σειράς «Ο Άτακτος Λαγός» που αφορούν στην «τέχνη της αποχής από την ανάγνωση» των κακών βιβλίων και την άχρηστη φιλαναγνωσία (Σοπενάουερ) καθώς και στην κριτική της λεγόμενης «διάδοσης της γνώσης ως αρετής του αναγνώστη από αίσθηση καθήκοντος» και του «μηχανικού αναγνώστη» (Ήντιθ Ουώρτον)

[...] Το να διαβάζεις δεν είναι αρετή· το να διαβάζεις καλά όμως είναι τέχνη, μια τέχνη που μόνο ο γεννημένος αναγνώστης μπορεί να την κατακτήσει.
Η λεγόμενη «διάδοση της γνώσης», που συνήθως την κατατάσσουμε στην κατηγορία των σύγχρονων προόδων, μαζί με την κεντρική θέρμανση και την καθολική ψήφο, έχει συμπτωματικά οδηγήσει στη γέννηση μιας νέας διαστροφής – της διαστροφής της ανάγνωσης.
Υπάρχει ωστόσο κάτι το παράξενα επιθετικό στην αρετή του αναγνώστη από αίσθηση καθήκοντος.
 ΗΝΤΙΘ ΟΥΩΡΤΟΝ

[...] Όσον αφορά τα αναγνώσματά μας, πρωταρχική σημασία έχει η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση. Η άσκηση αυτής της τέχνης προϋποθέτει από εμάς να μην αγγίζουμε οποιοδήποτε βιβλίο απασχολεί κάθε φορά το ευρύ κοινό, μόνο και μόνο επειδή τη συγκεκριμένη εποχή τυχαίνει να κάνει πάταγο ή να επανεκδίδεται ξανά και ξανά κατά το πρώτο και τελευταίο έτος της ύπαρξής του.»
 ΑΡTΟΥΡ ΣΟΠΕΝΑΟΥΕΡ


  

ARTHUR SCHOPENHAUER

ΠΕΡΙ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΩΝ
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΠΟΧΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης
Εκδόσεις Άγρα, Νοέμβριος 2013 / Δεκέμβριος 2019
Αριθμός σελίδων: 32, Τιμή: 7,00 Ευρώ
ISBN: 978-960-505-006-1

Επανακυκλοφορεί στις Εκδόσεις Άγρα, στη βιβλιοφιλική σειρά «Ο Άτακτος Λαγός», το εκπληκτικό κείμενο του φιλόσοφου Άρτουρ Σοπενάουερ, όπου με ευφυΐα και διαύγεια σχολιάζει τις κοινοτοπίες γύρω από την άχρηστη φιλαναγνωσία και τα κακά βιβλία που μας κατακλύζουν, μέσα από τους μηχανισμούς της αγοράς. Ο αναγνώστης θα εκπλαγεί με τις απίστευτες αναλογίες της σημερινής βιβλιαγοράς και της αναγνωστικής συμπεριφοράς.
Η μετάφραση είναι από τον βραβευμένο μεταφραστή γερμανικής λογοτεχνίας Γιάννη Καλιφατίδη (Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης 2007 για τους Ξεριζωμένους του W.G Sebald, Εκδόσεις Άγρα).

«Στη λογοτεχνία, τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά απ’ ότι στη ζωή. Όπου και να στρέψουμε το βλέμμα, ερχόμαστε ευθύς αντιμέτωποι με τον αδιόρθωτο όχλο της ανθρωπότητας, που ξεχύνεται λεφούσι στους δρόμους, συρρέοντας από παντού κι λερώνοντας τα πάντα, σαν τις μύγες το καλοκαίρι. Εξού και το αναρίθμητο πλήθος κακών βιβλίων, τούτο το θρασεμένο ζιζάνιο της λογοτεχνίας, που απομυζά το σιτάρι από τις θρεπτικές ουσίες και το πνίγει. Τέτοιου είδους βιβλίου ληστεύουν από το αναγνωστικό κοινό τον χρόνο, το χρήμα και την προσοχή – όλα όσα ανήκουν δικαιωματικά στα καλά βιβλία και στους ευγενείς σκοπούς τους, μιας και τα κακά βιβλία έχουν γραφτεί με μοναδική πρόθεση να αποκομίσουν κέρδη ή να αποκτήσουν δόξα. Επομένως, δεν είναι μόνο άχρηστα αλλά και σαφώς βλαβερά. Τα εννέα δέκατα της σύγχρονης λογοτεχνίας μας δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να αποσπάσουν επιτήδεια μερικά σελίνια από τις τσέπες του βιβλιόφιλου κοινού. Συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοκριτικοί έχουν συνωμοτήσει για την επίτευξη αυτού του στόχου.

»Όποιος ρίχνεται με τα μούτρα στο διάβασμα και διαβάζει σχεδόν ολόκληρη την ημέρα αλλά περνά τον ενδιάμεσο χρόνο του χωρίς διόλου να στοχάζεται, χάνει με τον καιρό την ικανότητα να σκέφτεται μόνος του – όπως κάποιος που, κυκλοφορώντας μονίμως καβάλα στο άλογο, ξεχνά στο τέλος πώς να βαδίζει. Τέτοια είναι, όμως, η περίπτωση ουκ ολίγων λογίων: από το πολύ διάβασμα έχουν αποβλακωθεί. [...] Όπως η πολυφαγία καταστρέφει το στομάχι και βλάπτει ολόκληρο το σώμα μας, έτσι και το πνεύμα φράζει ασφυκτικά από την υπερβολική πρόσληψη πνευματικής τροφής. [...]

ΑΡTΟΥΡ ΣΟΠΕΝΑΟΥΕΡ

EDITH WHARTON

Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ


Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Εκδόσεις Άγρα, Ιούλιος 2013 / Δεκέμβριος 2019
Αριθμός σελίδων: 32, Τιμή: 7,00 Ευρώ
ISBN: 978-960-505-067-1

Επανακυκλοφορεί στις Εκδόσεις Άγρα, στη βιβλιοφιλική σειρά «Ο Άτακτος Λαγός», το ιδιοφυές δοκίμιο της Αμερικανίδας μυθιστοριογράφου Ήντιθ Ουώρτον (1862-1937) όπου δηκτικά καταρρίπτει τους αυτονόητους κοινούς τόπους γύρω από τις «αρετές» της ανάγνωσης.

Απ’ όλες τις διαστροφές οι πιο δύσκολες να ξεριζωθούν είναι εκείνες που από τον πολύ κόσμο θεωρούνται αρετές. Ανάμεσά τους η ανάγνωση κατέχει την πρώτη θέση. Ότι το να διαβάζεις σκουπίδια αποτελεί διαστροφή είναι γενικά παραδεκτό· το διάβασμα όμως καθεαυτό –το διάβασμα ως συνήθεια, παρότι πρόσφατη– συναγωνίζεται ήδη φτασμένες αρετές όπως η αποταμίευση, η εγκράτεια, το πρωινό ξύπνημα και η τακτική άσκηση. Υπάρχει ωστόσο κάτι το παράξενα επιθετικό στην αρετή του αναγνώστη από αίσθηση καθήκοντος.

[...] Όταν ο μηχανικός αναγνώστης, οπλισμένος με αυτή τη μεγάλη ιδέα για το καθήκον του, εισβάλλει στην επικράτεια των γραμμάτων –συζητά, κριτικάρει, καταδικάζει ή, ακόμα χειρότερα, επαινεί– τότε είναι που η διαστροφή της ανάγνωσης γίνεται απειλή για τη λογοτεχνία.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Δημιουργός και τέκνο των Χρόνων της Αθωότητας, η ΗΝΤΙΘ ΟΥΩΡΤΟΝ γεννήθηκε το 1862 στους κόλπους της μεγαλοαστικής νεοϋορκέζικης οικογένειας Τζόουνς. Στα τέσσερά της χρόνια η οικογένεια αναχώρησε για την Ευρώπη σε αναζήτηση υψηλότερου πολιτιστικού επιπέδου από αυτό που προσέφερε η «άξεστη» και «επαρχιακή» Αμερική· στη Νέα Υόρκη επέστρεψαν το 1874. «Στα μάτια της επαρχιώτικης κοινωνίας μας», έλεγε αργότερα η ίδια, «η συγγραφή θεωρείται κάτι μεταξύ μυστηριακής δύναμης και χειρωνακτικής εργασίας» – δύο πράγματα εξίσου απεχθή στον κοινωνικό της περίγυρο. Η Ήντιθ δεν αποθαρρύνθηκε και το 1899 εξέδωσε για πρώτη φορά ορισμένα από τα διηγήματά της, έχοντας εν τω μεταξύ αποκτήσει τη φιλία και την εκτίμηση του Henry James. Τ1905 κυκλοφόρησε το πρώτο μπεστ-σέλλερ της, Το σπίτι της ευθυμίας (The House of Mirth), και ακολούθησαν, μεταξύ πολλών άλλων, το μυθιστόρημα  Ήθαν Φρομ το 1911 –«η τελευταία μεγάλη αμερικανική ιστορία αγάπης» κατά τους κριτικούς– και το περίφημο Τα χρόνια της αθωότητας το 1920, που της χάρισε το βραβείο Πούλιτζερ , διάκριση η οποία απονεμόταν πρώτη φορά σε γυναίκα. Πέθανε στη Γαλλία το 1937, σε ηλικία εβδομηνταπέντε ετών.



Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

Δελτίο τύπου | ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΚΑ του Αλέκου Λεβίδη



ΑΛΕΚΟΣ ΒΛ. ΛΕΒΙΔΗΣ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΚΑ
ΜΕ ΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ Δ. ΜΑΤΘΙΟΠΟΥΛΟΥ


Ίδρυμα «Η Άλλη Αρκαδία» - Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Ιανουάριος 2020
Αριθμός σελίδων : 64,  Τιμή : 12,00 Ευρώ
* Η έκδοση κυκλοφορεί και στα αγγλικά *

ISBN ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ : 978-960-505-428-1
ISBN ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ : 978-960-505-429-8





Τα «Μυθ-ιστορικά» του Αλέκου Λεβίδη είναι μια σειρά εικοσιτεσσάρων έργων που ζωγραφίστηκαν στη διάρκεια τεσσάρων δεκαετιών (1980-2019) και φέρουν έντονα το αυτοβιογραφικό στοιχείο. Το προσωπικό βίωμα πλέκεται με κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που διαμόρφωσαν τη ζωή του ζωγράφου, ενώ το «μέσα» συνδέεται με το «έξω», το «μικρό» με το «μεγάλο» και ο μύθος με την «πραγματικότητα». Μέσα από τις εικόνες, ο Λεβίδης διαχειρίζεται τη σχέση του με την ιστορία χωρίς νοσταλγία• με τρόπο υπαινικτικό, συχνά αλληγορικό και, πάνω από όλα, συνειρμικό. Δεν προβαίνει σε δηλώσεις ιστορικού ή πολιτικού περιεχομένου. Αντλεί από το παρόν και το παρελθόν για να δημιουργήσει προσωπικές μυθιστορίες δυνάμει ανοιχτές σε εξίσου προσωπικές αναγνώσεις του θεατή.


Τα έργα παρουσιάζονται στην ομότιτλη έκθεση που θα εγκαινιαστεί την Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020 στις 20.00 στην Πινακοθήκη Γκίκα του Μουσείου Μπενάκη (Κριεζώτου 3, Αθήνα). Ο κατάλογος με τα έργα της έκθεσης κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ: 16.01 – 14.03.2020
ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ / ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΓΚΙΚΑ
ΚΡΙΕΖΩΤΟΥ 3, Τ 210 361 5702
ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Τετάρτη – Σάββατο: 10:00 – 18:00 (περιοδική έκθεση)


Η Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, το μουσείο-αρχείο της γενιάς του ’30 που αποτέλεσε το ύστατο μουσειακό έργο του Άγγελου Δεληβορριά, δεν είναι τυχαία επιλογή.  Ο Λεβίδης, γεννημένος στο τέλος του πολέμου, ζυμώθηκε με τη δημιουργία αυτής της γενιάς όπως και με το διεθνές κίνημα του μοντερνισμού.  Στην εφηβεία του διαμορφώθηκε  από το πολιτισμικό στερέωμα που οι εκπρόσωποί της –κάποιοι από τους οποίους υπήρξαν και δάσκαλοί του– έστησαν μεταπολεμικά• τη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο, τη ζωγραφική, τη μουσική, τον κινηματογράφο, τον λαϊκό πολιτισμό. Σε όλη την πορεία του δεν σταμάτησε να εμπνέεται από το έργο τους. Επομένως, θεωρεί την κατοικία - εργαστήριο του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, περισσότερο από κάθε άλλο χώρο της Αθήνας,  και δικό του «σπίτι». Τα «Μυθ-ιστορικά» λοιπόν αποτελούν, από τη μια, χαιρετισμό στον φίλο που έφυγε και, από την άλλη, μικρό αντίδωρο στο έργο αυτής της κιβωτού ζωντανού παρελθόντος.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ

Ο Αλέκος Λεβίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Σπούδασε σκηνοθεσία θεάτρου στο Παρίσι και αρχιτεκτονική στη Γενεύη. Από το 1971 μέχρι σήμερα ζει και εργάζεται ως ζωγράφος στην Αθήνα. Έχει πραγματοποιήσει εικοσιεννέα ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε μεγάλο αριθμό ομαδικών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ακόμα, έχει ασχοληθεί με την τοιχογραφία, τα σκηνικά θεάτρου και την εικαστική επιμέλεια βιβλίων.  Το ζωγραφικό του έργο πλαισιώνεται από συγγραφικά εγχειρήματα, που αφορούν την ιστορία, τη θεωρία και την επιτέλεση της ζωγραφικής.

Ο Αλέκος Λεβίδης έχει μεταφράσει, προλογίσει, επιμεληθεί και σχολιάσει εκτενώς τη μνημειώδη έκδοση ΠΛΙΝΙΟΣ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ – ΤΟ 35Ο ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ «ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» – ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ, που εξέδωσαν οι Εκδόσεις Άγρα το 1994 και τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1995.
Στις Εκδόσεις Άγρα έχουν κυκλοφορήσει επίσης τα ζωγραφικά βιβλία Ζωγραφική 1982-1986 (1986), Εικονογραφίες 1980-1988 (1988), Λουόμενοι : Ζωγραφική 1986-1990 (1990), Αντιγόνη – Περί την Απεργασίαν των Όψεων (1994), Ζωγραφική για βιβλία : 1974-1998 (1998) και Δώδεκα πίνακες (2004).
Έχει επίσης φιλοτεχνήσει πολλά εξώφυλλα βιβλίων της «Άγρας», όπως της Ιλιάδας και βιβλίων του Δ.Ν. Μαρωνίτη, του Έκτορα Κακναβάτου, του Paul Valéry, του Marcel Schwob, του Antonio Tabucchi, του Θανάση Βαλτινού κ.ά.