Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024

Δελτίο Τύπου | Ο ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΙΟΣ ΤΟΥ ΕΒΕΡΤΟΝ του Georges Simenon



GEORGES SIMENON


Ο ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΙΟΣ
ΤΟΥ ΕΒΕΡΤΟΝ


Μετάφραση: ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΚΑΡΩΦ


Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Ιούλιος 2024
Αριθμός σελίδων : 232 , Τιμή : 12,90 Ευρώ
ISBN: 978-960-505-604-9


Μέχρι τα μεσάνυχτα, συγκεκριμένα μέχρι τη μία μετά τα μεσάνυχτα, ακολούθησε την καθημερινή ρουτίνα όπως έκανε όλα τα βράδια, και πιο συγκεκριμένα τα σαββατόβραδα, που κάπως διέφεραν από τις άλλες ημέρες. Άραγε θα είχε ζήσει αυτή τη βραδιά διαφορετικά ή θα προσπαθούσε να την απολαύσει περισσότερο, αν είχε προβλέψει ότι ήταν η τελευταία βραδιά που περνούσε ως ευτυχισμένος άνθρωπος; Αυτό το ερώτημα, και πολλά άλλα, συμπεριλαμβανομένου του αν όντως ήταν ευτυχισμένος, θα προσπαθούσε να τα απαντήσει πολύ αργότερα.

Ανήγγειλαν τις τελευταίες ειδήσεις της ημέρας. Ο εκφωνητής μιλούσε γρήγορα, κοφτά, χωρίς διαλείμματα όταν περνούσε απ’ το ένα θέμα στο άλλο: «Εσωτερικές ειδήσεις: Οι αστυνομίες έξι Πολιτειών, με τη συνδρομή του FBI, αναζητούν τον δεκαεξάχρονο δολοφόνο Μπεν Γκάλλοουεϋ. Αυτός, συνοδευόμενος από τη φίλη του Λίλιαν Χώκινς, ηλικίας μόνο δεκαπεντέμισι ετών, εγκατέλειψε το Έβερτον, από την Πολιτεία της Νέας Υόρκης, το βράδυ του Σαββάτου, οδηγώντας την καμιονέτα του πατέρα του. Αφού σκότωσε με περίστροφο τον ονομαζόμενο Τσάρλς Ράλστον, πενηντατεσσάρων ετών, κάτοικο του Λονγκ-Έντυ, στα σύνορα της Πενσυλβάνιας, το ζευγάρι έκλεψε το μπλε Όλντσμομπιλ του θύματος και συνέχισε την πορεία του προς τα νοτιοδυτικά».

Ο ΝΤΕΗΒ ΓΚΑΛΛΟΟΥΕΫ, ωρολογοποιός σε ένα χωριό στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, έχει αφοσιωθεί στην ανατροφή του γιου του από τη μέρα που τον άφησε η γυναίκα του. Μια μέρα ο δεκαεξάχρονος Μπεν δεν γυρίζει σπίτι. Λίγο αργότερα ο Ντέηβ μαθαίνει έκπληκτος ότι ο γιος του καταζητείται για φόνο από την αστυνομία. Όταν συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, αποφασίζει να τον βοηθήσει, αλλά ο Μπεν μένει ασυγκίνητος απέναντι στο ενδιαφέρον του πατέρα του και δεν θέλει να τον δει. Παρ’ όλο τον πόνο που του προκαλεί η στάση του γιου του, ο Ντέηβ προσπαθεί να μπει στη θέση του και να τον καταλάβει.

Ο Ωρολογοποιός του Έβερτον είναι ένα από τα πιο συγκινητικά μυθιστορήματα για την αδιέξοδη σχέση πατέρα και γιου.

Ο T. S. ELIOT πηγαίνει σε μία δεξίωση στο Λονδίνο, όπου ο Άγγλος εκδότης παρουσίαζε τον Σιμενόν. Όντας σε θέση να απαγγείλει από μνήμης αποσπάσματα από μια ανθολογία με περιπέτειες του Σέρλοκ Χόλμς, αυτός ο γαλλόφιλος ποιητής, που βραβεύτηκε το 1948 με το Νόμπελ λογοτεχνίας, μπορούσε να συζητάει επί ατελείωτες ώρες με φίλους συγκρίνοντας την αξία του Τσάντλερ και του Σιμενόν. Λίγο αργότερα θα του εκφράσει αυτοπροσώπως τον ενθουσιασμό του για τον Ωρολογοποιό του Έβερτον, κυρίως για τον προσωπικό τρόπο με τον οποίο ο Σιμενόν επανέρχεται σε ένα από τα βασικά του θέματα, με σκοπό να το επεξεργαστεί από διαφορετική σκοπιά, μέσα από εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα.
Στον Ωρολογοποιό του Έβερτον, όταν ο Μπεν Γκάλλοουεϋ εξαντλείται από τις σκέψεις, συγκρίνει τα «μικρά γρανάζια» του εγκεφάλου του με το μηχανισμό του ρολογιού.

Ο Σιμενόν, όταν ξεκινούσε ένα βιβλίο, δυσκολευόταν να το περιγράψει : «Είναι κάτι σχετικό με το θέμα του πατέρα και του γιου, δύο γενεών, ο άντρας που εισέρχεται στη ζωή και ο άντρας που αποσύρεται. Δεν πρόκειται ακριβώς για αυτό, αλλά δεν το διακρίνω ακόμα καθαρά για να μιλήσω από τώρα», λέει σχετικά με τον Ωρολογοποιό του Έβερτον.

Γυρίστηκε σε ταινία το 1974 από τον Bertrand Tavernier, με τον Philippe Noiret και τον Jean Rochefort στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Το βιβλίο, με τη μινιμαλιστική πλοκή του, είναι δύσκολο να διασκευαστεί για άλλο μέσο, αλλά ο Φιλίπ Νουαρέ αποδίδει όπως πάντα εξαιρετικά τον εσωτερικό κόσμο του χαρακτήρα που υποδύεται, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τη συμπεριφορά του γιου του. Η ταινία κέρδισε το βραβείο Louis Delluc.



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο ΖΩΡΖ ΣΙΜΕΝΟΝ, γεννημένος το 1903 στη Λιέγη του Βελγίου, έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ως ρεπόρτερ σε εφημερίδες και ως συγγραφέας, με ψευδώνυμο, λαϊκών μυθιστορημάτων. Το 1931, γράφοντας για πρώτη φορά με το όνομά του, δημοσίευσε τον Πιέτρ τον Λετονό, με τον οποίο παρουσίασε στους αναγνώστες τον ατάραχο Παριζιάνο αστυνομικό επιθεωρητή Ζυλ Μαιγκρέ, έναν χαρακτήρα που επί τέσσερις δεκαετίες τον αναβίωνε στα μυθιστορήματα και στα διηγήματα που έγραφε, ενώ με το ευρύτερο έργο του εδραίωνε τη φήμη του ως ενός από τους σημαντικούς συγγραφείς του αιώνα. Παράλληλα, έγραψε πλήθος εξαιρετικών μυθιστορημάτων χωρίς τον Μαιγκρέ, που τα ονόμαζε «romans durs», «σκληρά μυθιστορήματα», στα οποία απέδιδε μεγάλη σημασία στην ψυχολογία και την περιγραφή της κοινωνίας. Ατρόμητος ταξιδιώτης, με βαθύ ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, ο Σιμενόν προσπαθούσε εντός και εκτός σελίδας να κατανοήσει –και όχι να κρίνει– την ανθρώπινη κατάσταση σε όλες τις αποχρώσεις της. Τα βιβλία του είναι από τα πιο πολυδιαβασμένα στον παγκόσμιο κανόνα.


ΑΛΛΑ «ΣΚΛΗΡΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΣΙΜΕΝΟΝ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

                  


Τετάρτη 10 Ιουλίου 2024

Δελτίο Τύπου | ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ του Γιάννη Μαρή



ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΗΣ


ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ : ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ


Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Ιούλιος 2024
Αριθμός σελίδων : 328, Τιμή : 13,90 Ευρώ
ISBN: 978-960-505-659-9



Ο Μπέκας απομακρύνθηκε από τη βίλα, κατηφορίζοντας προς τη θάλασσα. Είδε το μακρύ άσπρο σκάφος να αναπαύεται στην επιφάνεια, κρατημένο γερά από τις άγκυρές του. «Το δικό τους θα είναι», σκέφθηκε. Έφτασε στην ακρογιαλιά. Είδε έναν θαλασσινό που μαστόρευε τη βάρκα του. Πήγε κοντά του. Ήταν μέσα στη μέθοδό του, αλλά και στο χαρακτήρα του. Σε όλα τα χρόνια της αστυνομικής του καριέρας πλησίαζε τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος για κείνον ήταν το κυριότερο υλικό, πάνω από ενδείξεις, πειστήρια και τα παρόμοια. Αυτά τα άφηνε για τα εργαστήρια. Αγαπούσε να μιλά για τους άλλους. Κι όταν δεν είχαν να πουν τίποτα για μια υπόθεση που τον ενδιέφερε, πάλι του «έλεγαν». Μιλώντας με κάποιον, μαθαίνοντας πώς σκέπτεται, πολλές φορές έβρισκε πώς μπορούσε να σκεφτεί ένας άλλος. Ο άλλος που τον ενδιέφερε.


ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΤΟ 1971 σε συνέχειες στο μοντέρνο και πολυτελές περιοδικό Επίκαιρα – όχι πλέον στις εφημερίδες Ακρόπολις και Απογευματινή με τις οποίες συνεργαζόταν ο Γιάννης Μαρής από το 1954, όταν ξεκίνησε με το Έγκλημα στο Κολωνάκι. Είναι ένα από τα τρία βιβλία όπου ο αστυνόμος Μπέκας πρωταγωνιστεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο Μπέκας καθώς και ο φίλος του δημοσιογράφος Μακρής είναι πλέον συνταξιούχοι.

Ένα βράδυ τον επισκέπτεται πανικόβλητος ο νεαρός γιος ενός παλαιού, πολύ στενού φίλου του Μπέκα που έχει πεθάνει. Ο νεαρός Κωνσταντινίδης του αποκαλύπτει ότι παρασυρμένος από κακές παρέες μπήκε τη νύχτα σε ένα διαμέρισμα της οδού Σπευσίππου 99 για να κάνει διάρρηξη. Προς έκπληξή του βρίσκει το πτώμα μιας γυναίκας. Το σκάει. Το διαμέρισμα ανήκε σε μια κυρία Τζούλια Χατζηγρηγόρη, πλούσια και γοητευτική. Λίγο μετά, όμως, δημοσιεύεται η είδηση ότι η Τζούλια Χατζηγρηγόρη πνίγηκε δίπλα στο ιδιωτικό σκάφος της, μπροστά στα μάτια του συζύγου της και κάποιων φίλων. Αμέσως μετά βρίσκεται πνιγμένος και ο νεαρός Κωνσταντινίδης. Ο Μπέκας, με πείσμα και διορατικότητα, χωρίς πλέον να έχει επίσημη αρμοδιότητα, ως συνταξιούχος, αρχίζει ανεπίσημη έρευνα για να λύσει το μυστήριο. Στο δρόμο του άπειρες οι αντιξοότητες. Τον βοηθούν το κύρος και η φήμη του στην αστυνομία, οι γνωριμίες του, και κυρίως η μεγάλη του πείρα.

Ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή σε μια Αθήνα με καύσωνα.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ : Πώς ; Με ποιό δικαίωμα ; Τι έχομε στα χέρια μας ; Κάτι που λες πως σου διηγήθηκε ένα παλιόπαιδο ; 
Είχε εκνευρισθεί.

ΜΠΕΚΑΣ : « Λέω » ;

—Με συγχωρείς. Δεν ήθελα να πω αυτό. Δεν αμφιβάλλω ότι σ’ τα διηγήθηκε ο νεαρός. Εκείνο που λέω είναι πως αυτός ο τύπος, δεν ξέρω γιατί, σου είπε παραμύθια.

—Και γι’αυτό πέθανε ;

—Σύμπτωση. Οπωσδήποτε για μας η υπόθεση Τζούλιας Χατζηγρηγόρη έκλεισε. Αν και δεν υπήρξε ποτέ «υπόθεσις», αυτό το τυπικό δυστύχημα. Τί θες να κάνω ; Να πάμε στους ανθρώπους που έχουν το πένθος τους, να τους πούμε : Ξέρετε, κύριε Χατζηγρηγόρη, μπορεί η γυναίκα σας να πνίγηκε μπροστά στα μάτια σας, μπορεί να πνίγηκε μπροστά στους φίλους σας, μπορεί να τελείωσε η σχετική ανάκριση, αλλά εμείς θέλομε να ξαναρχίσουμε ; Για όνομα του Θεού ! Είμαι βέβαιος πως αν καθόσουν τώρα στην καρέκλα που κάθομαι εγώ, θα έλεγες το ίδιο.

«Θα το ’λεγα;», αναρωτήθηκε ο Μπέκας. «Μπορεί», κατέληξε.

—Δεν έχω δίκιο ;

Έσβησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο μ’ ένα τρόπο που έλεγε πως είπαν ό,τι είχαν να πουν.

—Κι ύστερα μην ξεχνάς πως έχομε να κάνομε με ανθρώπους με θέση, με γνωριμίες, με κοινωνική υπόσταση.

« Και με δύναμη », σκέφτηκε ο Μπέκας, αλλά δεν το ’πε.


ΣΧΕΔΙΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ
Από τα προσχέδια της εικονογράφησης για τη δημοσίευση του μυθιστορήματος σε συνέχειες στο περιοδικό Επίκαιρα, 1971. (Αρχείο Α. Τσιριμώκου)



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (ψευδ. ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΗΣ) γεννήθηκε το 1916 στη Σκόπελο. Ο πατέρας του ήταν δικαστικός. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στη Λαμία. Σπούδασε νομικά στη Θεσσαλονίκη. Προπολεμικά εργάστηκε στην Αγροτική Τράπεζα ως διευθυντής υποκαταστήματος στην Αρναία Χαλκιδικής. Το 1943 βγήκε στο βουνό και εντάχθηκε στο ΕΑΜ. Ανήκε στη Σοσιαλιστική Αριστερά και στην ΕΛΔ (Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας), το κόμμα του Αλέξανδρου Σβώλου και του ξαδέλφου του Ηλία Τσιριμώκου. Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Αρχικά στη Μάχη και στον Προοδευτικό Φιλελεύθερο και αργότερα στο συγκρότημα Μπότση (Ακρόπολις, Απογευματινή και το περιοδικό Πρώτο).
Ως συγγραφέας εμφανίστηκε το 1953 στο βραχύβιο περιοδικό Οικογένεια, δημοσιεύοντας με το πραγματικό του όνομα σε συνέχειες το αστυνομικό μυθιστόρημα Έγκλημα στο Κολωνάκι. Υπήρξε πολυγραφότατος. Θα ακολουθήσουν, πάντα σε συνέχειες, περισσότερα από εξήντα αστυνομικά μυθιστορήματα και νουβέλες, ενώ το σύνολο των αφηγημάτων του στον ημερήσιο Τύπο, ιστορικών και αισθηματικών, ξεπερνάει τα εκατό. Τα υπογράφει ως Γιάννης Μαρής και έτσι πλέον θα μείνει γνωστός. Τα μυθιστορήματά του εκδίδονταν συχνά και σε πολλές άλλες εφημερίδες σε άλλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού (ελληνόφωνο Τύπο της Αυστραλίας, Κύπρου, Λονδίνου, Κωνσταντινουπόλεως, Ν. Αφρικής κ.α.).
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 τα αστυνομικά του μυθιστορήματα εκδίδονται και σε βιβλία από τις Εκδόσεις Ατλαντίδα-Πεχλιβανίδη και Περγαμηνή, κατά κανόνα με διαφορετικό τίτλο από τον αρχικό των εφημερίδων. Μέχρι το 1978 εκδόθηκαν σαρανταεννέα. Από το 2012 οι Εκδόσεις Άγρα εξέδωσαν οκτώ από τα αδημοσίευτα σε βιβλίο μυθιστορήματά του και δύο που είχαν κυκλοφορήσει βραχύβια από τις Εκδόσεις Περγαμηνή.
Ο Γιάννης Μαρής ανανέωσε το αθηναϊκό ανάγνωσμα της εποχής συνδυάζοντας την ποιότητα με τη συναρπαστική πλοκή και έγινε ο θεμελιωτής του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Υπήρξε ένας από τους δημοφιλέστερους Έλληνες συγγραφείς, από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα.
Ο Γιάννης Μαρής έγραψε επιπλέον το σενάριο είκοσι κινηματογραφικών ταινιών και ανέβασε δύο θεατρικά έργα.
Το συγγραφικό έργο του Γιάννη Μαρή ήταν πάντα ενταγμένο στη δημοσιογραφική του δουλειά, που περιλάμβανε κινηματογραφική κριτική, έρευνες, συνεντεύξεις, ανταποκρίσεις και αποστολές στο εξωτερικό.
Τελευταία του μυθιστορήματα είναι Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη (1976) και Η απαγωγή (1978).
Πέθανε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 1979 λίγο μετά τη συνταξιοδότησή του.

Οι Εκδόσεις ΑΓΡΑ έχουν αναλάβει το σύνολο της έκδοσης των αστυνομικών μυθιστορημάτων του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΗ.



Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΗΣ ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ

   
                

   

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Δελτίο Τύπου | Η ΝΟΥΒΕΛΑ ΤΗΣ ΑΣΒΕΣΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ του Μπορίς Πιλνιάκ


ΜΠΟΡΙΣ ΠΙΛΝΙΑΚ


Η ΝΟΥΒΕΛΑ
ΤΗΣ ΑΣΒΕΣΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΤΡΟ:
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ


Εκδόσεις ΑΓΡΑ, Ιούλιος 2024
Αριθμός σελίδων : 112, Τιμή : 13,00 Ευρώ
ISBN: 978-960-505-642-1




Η βιβλιοθήκη της φυλακής Μπουτύρκα ήταν εκπληκτική. Για ανεξήγητους λόγους, η βιβλιοθήκη αυτή είχε διαφύγει τους ατέλειωτους ελέγχους και “αποσύρσεις” που συστηματικά επιβάλλονταν σ’ όλες τις βιβλιοθήκες της Ρωσίας. Εδώ υπήρχαν εκδόσεις όπως [...] το περιοδικό Νέος Κόσμος με του Πιλνιάκ τη Νουβέλα της άσβεστης σελήνης.

–ΒΑΡΛΑΜ ΣΑΛΑΜΟΦ, Οι βιβλιοθήκες μου, Εκδόσεις Άγρα, 2014

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΥΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ είχε μια ανεπανάληπτη διαδρομή. Το γεγονός ότι ο Σαλάμοφ εκπλήσσεται και χαίρεται που το ανακαλύπτει σε μια βιβλιοθήκη φυλακής το 1937 οφείλεται στο ότι αυτό το αφήγημα, που τότε δεν μπορούσε να το βρει κανείς, είχε αποκτήσει διαστάσεις θρύλου. Όταν δημοσιεύθηκε το 1926 στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέος Κόσμος, προκάλεσε τέτοιο σκάνδαλο ώστε ελάχιστες μέρες μετά την έκδοσή του ο διευθυντής του περιοδικού απολύθηκε, όλα τα αντίτυπα του περιοδικού κατασχέθηκαν (οι πράκτορες της ΟΓκεΠεΟύ πήγαιναν και τα έπαιρναν από τους συνδρομητές του) και το τεύχος ξανατυπώθηκε χωρίς να περιλαμβάνει τη νουβέλα του Πιλνιάκ. Αλλά κάποια αντίτυπα της πρώτης έκδοσης μπορούσε ακόμη να τα βρει κανείς από καθαρή τύχη –τί ειρωνεία της ζωής! – όπως ο Σαλάμοφ στη βιβλιοθήκη μιας μοσχοβίτικης φυλακής…

Η νουβέλα του Μπορίς Πιλνιάκ βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα σχετικά με το θάνατο του διάσημου στρατηγού του Κόκκινου Στρατού, που συνέβη υπό μυστηριώδεις συνθήκες.

Χαρακτηρισμένη ως «αντεπαναστατική» και «συκοφαντική απέναντι στην Κεντρική Επιτροπή και στο Κόμμα», η νουβέλα αυτή, που λογοκρίθηκε αμέσως μόλις δημοσιεύθηκε, είναι ένα από τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα που περιγράφουν εκ των έσω τη διαβολική μηχανή της επανάστασης που κομματιάζει σιγά σιγά τα παιδιά της.

Η σχεδόν παραισθησιογόνα δύναμή της συγκρατείται κυρίως από τις λογοτεχνικές αρετές της και από την εντυπωσιακή μοντερνικότητά της: Με την ψυχρότητα και την ακρίβεια μιας κάμερας, με στυλ κινηματογραφικό και γράψιμο με μικρές φράσεις, μια τρελαμένη σελήνη παρατηρεί τις περίεργα ύποπτες κινήσεις των ανθρώπων σε μια πόλη-μηχανή που την τυλίγει η ομίχλη και τη διαπερνούν τα φώτα των αυτοκινήτων καθώς τρέχουν ξέφρενα προς κάθε κατεύθυνση, μέσα στη νύχτα.



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Ο ΜΠΟΡΙΣ ΠΙΛΝΙΑΚ (1894-1938) ήταν Σοβιετικός συγγραφέας, που ξεχώρισε με το έργο του τη δεκαετία του 1920. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε επαρχιακές πόλεις κοντά στη Μόσχα, στο Σαράτοφ και σε ένα χωριό στον ποταμό Βόλγα. Παρακολούθησε το γυμνάσιο στο Νίζνι Νόβγκοροντ και σπούδασε οικονομικά στο Εμπορικό Ινστιτούτο της Μόσχας. Άρχισε να γράφει σε ηλικία εννέα ετών, αλλά μόνο μετά τη δημοσίευση του μυθιστορήματός του Γυμνός χρόνος (1922) έγινε γνωστός. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται ένα πανόραμα της εποχής της Ρωσικής Επανάστασης του 1917 και του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου (1918-1920). Το αποσπασματικό, χαοτικό ύφος του βιβλίου ταιριάζει με το χαρακτήρα των καιρών που απεικονίζει.

Παρόλο που για μεγάλο διάστημα υπήρξε ένας από τους δημοφιλέστερους Ρώσους συγγραφείς, η θέση του Πιλνιάκ στη λογοτεχνία της σοβιετικής εποχής έγινε σταδιακά αβέβαιη. Αν και παρουσίαζε τη σοβιετική ζωή με μεγάλη μαεστρία, δέχτηκε σκληρή κριτική και τα έργα του άρχισαν να διώκονται από τη λογοκρισία. Το 1926 προκάλεσε σκάνδαλο με τη Νουβέλα της άσβεστης σελήνης, που αφηγείται με ελάχιστα συγκαλυμμένο τρόπο το θάνατο του Μ. Β. Φρούνζε, του διάσημου στρατηγού. Ο Πιλνιάκ βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο των σοβιετικών αρχών το 1929, όταν επέτρεψε σε έναν εκδοτικό οίκο εμιγκρέδων στο Βερολίνο να εκδώσει το μυθιστόρημά του Μαόνι. Το βιβλίο, που περιλάμβανε το εξιδανικευμένο πορτραίτο ενός τροτσκιστή κομμουνιστή, απαγορεύτηκε αμέσως στη Σοβιετική Ένωση.

Οι αμφιβολίες και σταδιακά η αποστροφή του Πιλνιάκ για τους στόχους και τις μεθόδους του Κομμουνιστικού Κόμματος έγιναν όλο και πιο εμφανείς στα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του. Σε μια προσπάθεια να εξιλεωθεί, έγραψε το μυθιστόρημα Οι εκβολές του Βόλγα στην Κασπία (1930), με σκοπό να δοξάσει το Πρώτο Πενταετές Πλάνο (1928-1932) για την οικονομική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Πιλνιάκ ταξίδεψε πολύ εντός της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων στη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ελλάδα, την Τουρκία, την Κίνα και την Ιαπωνία. Το 1931, με την έγκριση του Σοβιετικού ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν, ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και προσπάθησε να ξεκινήσει μια συνεργασία με το κινηματογραφικό στούντιο Metro-Goldwyn-Mayer. Δεν τα κατάφερε. Περιέγραψε το ταξίδι του στο Οκέι : Ένα αμερικανικό μυθιστόρημα (1931), απεικονίζοντας κατά βάση αρνητικά τον αμερικανικό τρόπο ζωής.

Συνελήφθη τον Οκτώβριο του 1937 κατηγορούμενος για κατασκοπεία για λογαριασμό της Ιαπωνίας, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Παρότι αποκαταστάθηκε μετά θάνατον, τα βιβλία του άρχισαν να κυκλοφορούν μετά το 1976, και πάλι πολύ λίγα από αυτά. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά ξανατυπώθηκαν τα σπουδαιότερα και εκδόθηκε το τελευταίο του, γραμμένο το 1937, Αποθήκη άλατος.


ΕΡΓΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ
YURY ANNENKOV
Προσωπογραφία του Μπορίς Πιλνιάκ,
μελάνι σε χαρτί, 1924.